Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η καταβολή της αποζημίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου

Στο άρθρο 94 παρ. 1 εδ. γ΄ του προγενέστερου ΝΔ 3026/1954, η διάταξη του οποίου επαναλήφθηκε ως προς το περιεχόμενό της και στο νέο Κώδικα Δικηγόρων  (Ν. 4194/2013), με το άρθρο 46 παρ. 4, που προβλέπει την αποζημίωση του δικηγόρου με πάγια αντιμισθία σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του εκ μέρους του εντολέα, ορίζεται ότι ο απολυόμενος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αντιμισθία, ακόμη και χωρίς την παροχή νομικών υπηρεσιών, μέχρις ότου ο καταγγείλας καταβάλει σε αυτόν, πλήρη, την προβλεπόμενη αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, με απόκλιση προς τα γενικώς ισχύοντα επί καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν καταβληθεί παντελώς ή καταβληθεί ελλιπής η νόμιμη αποζημίωση, στην περίπτωση των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, όπου προέχει ο αυστηρά προσωπικός χαρακτήρας της σύμβασης ως σχέσεως εμπιστοσύνης, δεν δημιουργείται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής. Άλλοις λόγοις, το κύρος της καταγγελίας της σύβασης εμμίσθου εντολής δεν είναι συνδεδεμένο με την καταβολή της αποζημίωσης [1]. Η καταγγελία, ακόμη και χωρίς αποζημίωση, επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αλλά η αταξία του καταγγέλλοντος έχει ως ex lege συνέπεια την παράταση της υποχρέωσής του προς πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας μέχρι να εξοφλήσει πλήρως την αποζημίωση[2]. Πρόκειται, δηλαδή, για μη γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, βάσει του άρθ. 330 ΑΚ, το οποίο τεκμαίρεται (μαχητά) από μόνη την καθυστέρηση πληρωμής των οφειλομένων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να φέρει το βάρος απόδειξης σχετικά με την αιτία της ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης[3].

Παρά ταύτα, από την απόκλιση αυτή δεν συνάγεται ότι το κύρος της καταγγελίας διατηρείται και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία έγινε είτε με κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα (ΑΚ 281) είτε χωρίς τη συνδρομή του απαιτούμενου σπουδαίου λόγου (άρθρο 63 απαρ.5 εδ. γ΄, του ΝΔ 3026/1954). Στις περιπτώσεις αυτές επέρχεται ακυρότητα οπότε, αντιστοίχως, ο εντολοδόχος δικηγόρος, μαχόμενος με αγωγή κατά του κύρους της καταγγελίας, φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης των περιστατικών που συνιστούν την προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της διάταξης του άρθ. ΑΚ 281[4], ενώ ο καταγγείλας εντολέας, προβάλλοντας ένσταση, φέρει το αντίστοιχο βάρος ως προς τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο και διασώζουν το εκ μέρους του δικηγόρου αμφισβητούμενο κύρος της καταγγελίας.

 

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] Καράσης , Αρμ 2000. 593

[2] Ψαρράκης, ΑρχΝ 1988. 282, ΑΠ 139/2019, ΑΠ 411/2016, ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 88/2010,

[3] ΑΠ 239/2012 ΕλλΔνη 2012. 709 επ., ΑΠ 434/2009 ΕλλΔνη 2009. 1370, ΑΠ 549/2008 ΕλλΔνη 2010. 65 επ., ΑΠ (Ολ.) 570/1986 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] βλ. ΑΠ 205/2018, ΑΠ 460/2013

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί