Αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη κυριότητας επί δασικής έκτασης από το Δημόσιο
Την ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου επί δασικής έκτασης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών του, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 847/2013).
Όπως κρίθηκε από την υπ’ αριθ. 27/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το επίδικο ακίνητο κατά την ισχύ του β.δ της 17/29-11-1836 “Περί ιδιωτικών δασών ήταν δάσος, ώστε να υπήρχε υποχρέωση του ιδιοκτήτη αυτού να δηλώσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτης ιδιωτικού δάσους. Κρίθηκε δε, ότι το εναγόμενο Δημόσιο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί αυτού, αφού η επιχειρηματολογία του για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου…ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο και εδράζεται στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960, από τις οποίες προκύπτει η κατά τους χρόνους αυτούς ύπαρξη δασικής βλάστησης (27/2019 ΑΠ).
Επίσης, όπως κρίθηκε από την υπ’ αριθ. 148/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 “Περί ιδιωτικών δασών”, ιδιότητα όμως που δεν απέδειξε το ενιστάμενο εκκαλούν εναγόμενο. Συγκεκριμένα, το Δημόσιο επικαλέστηκε την τεχνική έκθεση του δασολόγου Α. Π. , ο οποίος προέβη σε φωτοερμηνεία βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988 και το από 13-12-2011 με αριθ. πρωτ. 3990 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα ακίνητα: a) εμπίπτουν σε ευρύτερες δασικές εκτάσεις εμβαδών 591.122,20 τ.μ. και 4.562,30 τ.μ. βάσει των αεροφωτογραφιών 1945 και 1998 (στην πρώτη περίπτωση των 591.122,20 τ.μ.) και 1945 (στη δεύτερη περίπτωση των 4.562,30 τ.μ.) και δηλώθηκαν ως δασική έκταση στο Γραφείο Κτηματολογίου Ο.Τ.Α. Αρτέμιδος, b) περιλαμβάνονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα που συντάχθηκαν σύμφωνα με το ν. 248/1976 και αναρτήθηκαν στις 9-9-1985, εμπίπτουν δε σε έκταση που αναφέρεται ως δημόσια δασική έκταση. Κρίθηκε δε, ότι από τις αεροφωτογραφίες που επικαλέστηκε δεν προκύπτει δασικός χαρακτήρας ενώ από τον προσωρινό κτηματικό χάρτη και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα του ν. 248/1976 δεν προκύπτει δέσμευση ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων.
Στην υπ’ αριθ. 172/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κρίθηκε ότι η κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, Δ.Θ. δασολόγου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου καθώς κατέθεσε μόνο για τη μορφή του επιδίκου από το έτος 1945 και μετά και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι από το 1945 και έκτοτε είχε δασική μορφή. Επίσης, έκρινε ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι: α) η από 23-2-2006 έκθεση τεχνικού συμβούλου του δασολόγου Α.Π. κατά την οποία η χαμηλή βλάστηση στα πεδινά τμήματα του επιδίκου αναφέρεται στο έτος 1945 και μετέπειτα και β) τα 2445/1989 και 7494/1977 έγγραφα του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, στα οποία αναγράφεται η μορφή των εκτάσεων κατά το χρόνο έκδοσης τους, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί της μορφής αυτών (ήτοι, της δασικής μορφής) πριν από την έκδοση του από 17/29-11-1836 διατάγματος ‘’περί ιδιωτικών δασών’’.
Στην υπ’ αριθ. 987/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι από το 1836 και μετέπειτα το κτήμα αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση καθώς σε όλους τους τίτλους αναφέρεται ως αγρός. Η κρίση περί του μη δασικού χαρακτήρα του κτήματος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα της περιοχής αναφέρεται ότι σε αεροφωτογραφία του έτους 1937 φαίνεται ότι η ευρύτερη έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ήταν δασική, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στη μορφολογία του εδάφους του επιδίκου, του είδους και της πυκνότητας της βλάστησής του.
ΑΠΟ ΤΑ ΩΣ ΑΝΩ ΣΥΝΕΠΩΣ ΣΥΝΑΓΕΤΑΙ ΟΤΙ ΔΑΣΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΜΙΑΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ Β.Δ. ΓΙΑ ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. ΟΙ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ 1945 ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ, ΠΟΥ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΟΥΝ ΜΙΑ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΕΚΤΑΣΗ, ΑΝΑΓΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ Β.Δ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΟ ΔΑΣΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. ΕΠΙΣΗΣ, ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Η ΠΕΡΙΟΧΗ (ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ), ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΟ ΧΑΡΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΙΝΑΚΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΥΔΕΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ.
Επίσης, έχει κριθεί ότι από τις διατάξεις των άρθρων 13-22 του Ν. 3889/2010, συνάγεται ότι οι δασικοί χάρτες διακρίνονται στους προσωρινούς, που συντάσσονται από τις υπηρεσίες των Διευθύνσεων Δασών και τους οριστικούς, που προκύπτουν από την κύρωση από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης των προσωρινών χαρτών, αφού προηγουμένως εξεταστούν οι αντιρρήσεις από την αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων που προβλήθηκαν μετά την ανάρτησή τους και συντελεστούν οι ανάλογες διορθώσεις, μόνο δε οι οριστικοί χάρτες κατά την ειδική πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 19 § 3 Ν. 3889/2010) έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Κρίθηκε δε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο επίδικος δασικός χάρτης έχει κυρωθεί και δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προκειμένου να καταστεί οριστικός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 §3 Ν. 3889/2010, καθώς ουδέν σχετικό αποδεικτικό έγγραφο προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο (30/2020 ΜΠΡ ΠΑΤΡ).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr