Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ηθική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο – Εργασιακό mobbing

Το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης (mobbing), στον εργασιακό χώρο, αποτελεί σημαντικά ανασταλτικό παράγοντα τόσο για την ψυχοπνευματική ισορροπία των εργαζομένων όσο και για την εύρυθμη λειτουργία των οργανισμών. Με την πάροδο του χρόνου, περιστατικά ηθικής παρενόχλησης στους υγειονομικούς χώρους εργασίας είναι συνεχώς αυξανόμενα σε αριθμούς (Τo mobbing στον εργασιακό χώρο. Επιπτώσεις mobbing στο χώρο της υγείας – Ανασκοπική μελέτη, Ελληνικό Περιοδικό Νοσηλευτικής Επιστήμης, Τόμος 6 Τεύχος 1, σελ. 36).

Ο νομοθέτης με το άρθρο 312 του Νέου Ποινικού Κώδικα εισήγαγε το άρθρο 312, το οποίο στις παρ. 1 και 4 ορίζει «1. Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α\ με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) για την πράξη του άρθρου 309, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) για την πράξη του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. α , με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ) για την πράξη του άρθρου 311, με κάθειρξη. 2 … 3 … 4. Με την πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την παράγραφο  1  στοιχείο γ’ εξομοιώνεται και η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση σε βάρος των προσώπων της πρώτης παραγράφου». 

Σύμφωνα  με  την  Αιτιολογική Έκθεση  Ν.4619/2019, «Τροποποιείται αρχικά ο τίτλος του άρθρου, ώστε να αποσαφηνιστεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει πλέον όλες τις πράξεις σωματικής βλάβης που στρέφονται κατά αδύναμων ατόμων, εφόσον βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας. Έτσι η νέα διάταξη φιλοδοξεί να καλύψει και το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο με τη μορφή που του έχει δοθεί στο ν. 3500/2006, εγείρει σοβαρά δογματικά προβλήματα (βλ. σχετικά Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Το νομοσχέδιο για την ενδοοικογενειακή βία, ΠοινΔικ 2006, σ. 1051, Α. Χαραλαμπάκη, Ο ν.3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ΠΛογ 2008, σ. 720). Στην προτεινόμενη διάταξη απειλούνται αυξημένες ποινές για όλες τις μορφές της σωματικής βλάβης όταν τελούνται κατά των προσώπων που αναφέρθηκαν πιο πάνω (απλή, επικίνδυνη, βαριά και θανατηφόρα), χωρίς να θεωρείται πλέον αναγκαία η διαπίστωση συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς. Διευρύνεται άλλωστε η εφαρμογή του νόμου ώστε να επιβάλλονται οι ποινές αυτές για πράξεις που στρέφονται σε βάρος όλων των ανηλίκων και όχι μόνο εναντίον αυτών που δεν συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο έτος. Καταργείται επιπλέον η κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεων, ως αυτοτελής τρόπος τέλεσης του εγκλήματος. Το έγκλημα μπορεί βεβαίως να τελεστεί με παράλειψη, εφόσον υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δράσης. Έτσι η αναφορά στην κακόβουλη παραμέληση κρίθηκε περιττή. Αντίθετα, εξομοιώνεται με βαριά σωματική βλάβη η τέλεση βασανιστηρίων σε βάρος των αδύναμων προσώπων στα οποία αναφέρεται ο νόμος». Λόγοι για τους οποίους, το άτομο αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι του δράστη είναι η νόσος, αναπηρία, το γήρας, ο υπνωτισμός, η νάρκωση, η πρόσδεση του θύματος κλπ. (Στον Μαργαρίτη, Ερμ.ΠΚ, άρ.312 ΠΚ, αριθμ. 6. Έτσι και Συμεωνίδου Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, σελ. 153 «….Ή που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, επειδή, λχ είναι ανάπηρα ή ηλικιωμένα, … »). Στον Αλ. Καρρά, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Ειδικού Μέρους, σελ.866,867 αναφέρεται ότι: «Ανυπεράσπιστα πρόσωπα στα πλαίσια του άρ. 312 ΠΚ θεωρούνται τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία αδυνατούν πλήρως ή εν μέρει να υπερασπισθούν τον εαυτό τους (έτσι και Ν. Ανδρουλάκης, ΠΔ, ΕιδΜ, σ. 172. Α. Γαβριηλίδης, ό.π., σ. 85. Λ. Μαργαρίτης, Βλάβες, σ. 551. Γ. Μπέκας, Προστασία, σ. 410. Α. Μπουρόπουλος, ΕρμΠΚ, Τόμ. Β σ. 517. Πλήρης αδυναμία αυτοϋπεράσπισης υπάρχει, όταν το θύμα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντιδράσει και να προστατεύσει το εαυτό του. Αυτό συμβαίνει π.χ., όταν το θύμα είναι ναρκωμένο, κατάκοιτο, δεμένο κλπ. Αντίστοιχα μερική αδυναμία αυτοϋπεράσπισης υπάρχει, όταν το θύμα μπορεί μεν να αντιδράσει, αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται δεν μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Σε τέτοια μερική αδυναμία βρίσκεται π.χ. εκείνος ο οποίος έχει σπάσει το χέρι ή το πόδι του η είναι φρεσκοχειρουργημένος κλπ. Δεν θεωρείται υπεράσπιση η φυγή και επομένου δεν χάνει την ιδιότητα του ανυπεράσπιστου το θύμα, που δεν φεύγει (Α. Γαβριηλίδης, ό.π., σ. 86. Λ. Μαργαρίτης, Βλάβες σ. 551. Γ. Μπέκας, Προστασία, σ. 410). Ο λόγος εξ άλλου, που εμποδίζει τα σχετικά πρόσωπα να υπερασπισθούν τον εαυτό τους είναι αδιάφορος. Έτσι ανυπεράσπιστος μπορεί π.χ. να είναι τόσο ένας τυφλός ή ανήμπορος γέρος, όσο και ένας παράλυτος νέος. Μπορεί επίσης να είναι μια ασθενής ή εγκυμονούσα ή λεχώνα γυναίκα, όπως βέβαια και κάποιος μεθυσμένος, αναίσθητος κλπ. Δεν είναι, κατά την ορθότερη άποψη, ανυπεράσπιστος εκείνος, ο οποίος, μολονότι θα μπορούσε να αντιδράσει, δεν αντιδρά φοβούμενος τις πιθανολογούμενες δυσμενείς επιπτώσεις της αντίδρασης του (βλ. όμως αντίθετη άποψη Ν. Ανδρουλάκη, ΠΔ, ΕιδΜ σ. 173. Λ. Μαργαρίτη, Βλάβες, σ. 553. Γ. Μπέκα, Προστασία, σ. 411). Ως παράδειγμα αναφέρεται στην επιστημονική Βιβλιογραφία η περίπτωση του ρωμαλέου μεν, αλλά πάμπτωχου και πολύτεκνου εργάτη, ο οποίος δέχεται να τον χτυπάει ο γέρος εργοδότης του και δεν διανοείται καν να αμυνθεί από τον φόβο της βέβαιης απόλυσης του. Το επιχείρημα της αντιλέγουσας άποψης ότι η τυποποίηση της σχέσης εξάρτησης ως ιδιαίτερης ιδιότητας του δράστη δεν εμποδίζει την αξιοποίηση της και στο υλικό αντικείμενο, συνιστά απαγορευμένη αναλογική εφαρμογή του νόμου, που διευρύνει κατά τρόπο αντίθετο προς την αρχή της νομιμότητας (άρ. 7 παρ. 1 Συν) τα όρια του αξιοποίνου. Άλλωστε, ο νόμος μιλάει για «αδυναμία» των ανυπεράσπιστων προσώπων, εννοώντας προφανώς την φυσική και όχι την ηθική ή ψυχική αδυναμία (βλ. ΑΠ 1372/2007, ΠΧρ 2008, σ. 416, που συνδέει την αδυναμία των ανυπεράσπιστων προσώπων με την «ιδιοσυστατική μειονεξία τους»). Το ως άνω έγκλημα της σωματικής βλάβης ανήλικου και αδύνατου προσώπου, δεν αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του βασικού του άρθρου 308 ΠΚ, αλλά είναι ιδιώνυμο και συνεπώς έχει αυθυπαρξία και αυτοτέλεια έναντι της απλής σωματικής βλάβης, επί της οποίας υπερισχύει λόγω της σχέσης της ειδικότητας (Α.Π. 534/2012, Α’ ΝΟΜΟΣ). Το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται, είτε στην πρόκληση σωματικής κακώσεως, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και που διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή και σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω ιδιώνυμου εγκλήματος της ενδοοικογενειακής βίας, της απλής σωματικής βλάβης, απαιτείται πέραν της πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων. Η σωματική κάκωση μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας χωρίς να είναι τούτο απαραίτητο. Αλλά και η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς σωματική κάκωση. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κ.λπ., ενώ βλάβη της υγείας κάθε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, η κάκωση δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς επίσης μπορεί να επέλθει η καθεμία χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας (Α.Π.2055/2019, αδημ.) Πηγή: ΔιατΕισΠλημΠατρών 315/2020, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

Ευγενία Φωτόπουλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί