Ο φέρων το βάρος απόδειξης κατά την άσκηση αγωγής ως προς την πλήρωση αίρεσης ή την παρέλευση αναβλητικής προθεσμίας
Κατά τον Αστικό Κώδικα και τα διδάγματα της θεωρίας των γενικών αρχών του αστικού δικαίου, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της δικαιοπραξίας ως ατομικού κανόνα δικαίου είναι δύο: η υπόστασή της και η ενέργειά της (βλ. Μ. Καράση, Εγχειρίδιο Γενικών Αρχών του Αστικού Δικαίου, Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, 1996, σελ. 10 επ.). Ενώ, δε, η υπόσταση της δικαιοπραξίας συνίσταται στην ύπαρξή της ως νομικού γεγονότος, ως πράξης δικαίου, η ενέργειά της βαίνει πέραν της υπόστασης, συνιστάμενη στην επέλευση της έννομης συνέπειας στην οποία αυτή αποβλέπει.
Η περί ης ο λόγος ενέργεια της δικαιοπραξίας δύναται, μάλιστα, να εξαρτηθεί από την πλήρωση περαιτέρω όρων, που διακρίνονται σαφώς από τις προϋποθέσεις της υπόστασης και ονομάζονται όροι ενέργειας της δικαιοπραξίας. Τέτοιοι όροι είναι κυρίως η αίρεση και η προθεσμία, από την πλήρωση ή την πάροδο της οποίας, αντίστοιχα, μπορεί να εξαρτάται η δυνάμει της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών επερχόμενη έννομη συνέπεια της δικαιοπραξίας.
Μεταξύ των προμνημονευθεισών αιρέσεων και προθεσμιών συγκαταλέγονται και οι «αναβλητικές» τοιαύτες. Συγκεκριμένα, ως αναβλητική αίρεση (condicio) θεωρείται ο προστιθέμενος στη δήλωση βουλήσεως περιορισμός, με τον οποίο η έναρξη της ενέργειας της δικαιοπραξίας εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (ΑΚ 201), ενώ ως αναβλητική προθεσμία (dies) θεωρείται ο προστιθέμενος στη δικαιοπραξία όρος, βάσει του οποίου η ενέργεια αυτής εκκινεί από ορισμένο χρονικό σημείο (ΑΚ 210).
Κατά το στάδιο, δε, που εκκρεμεί η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως ή αναμένεται εισέτι η παρέλευση της αναβλητικής προθεσμίας, κι αν ακόμη ο υποσχεθείς εναχθεί προληπτικά από τον δέκτη της υπόσχεσης δυνάμει της ρύθμισης του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε΄ ΚΠολΔ και, κατόπιν τούτου, γίνει δεκτή η σχετική αγωγή, Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ Ή ΠΑΡΟΔΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 69 ΠΑΡ. 2 ΕΔ. Γ΄ ΚΠΟΛΔ. Κατ’ ακολουθία, η αναγκαστική εκτέλεση της οικείας απόφασης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από την πλήρωση της αίρεσης ή την επέλευση του σχετιζόμενου με την προθεσμία γεγονότος και χωρίς την απόδειξη των γεγονότων αυτών με τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 915 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία άποψη (βλ. Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1986, σελ. 119, Αστ. Γεωργιάδης, Νομολογιακές θέσεις στην κατανομή του βάρους απόδειξης, Δ 1980.735 επ., Χαρ. Φραγκίστας, Γνωμοδότηση, ΝοΒ 1972.446, Γ. Μητσόπουλος, Γνωμοδότηση, ΝοΒ 1972.450 με τις εκεί παραπομπές, Κ. Μπέης, Αι διαδικασίαι ενώπιον του ΜονΠρωτ Ι, σελ. 105-107), που ακολουθείται και από τη νομολογία (βλ. ΑΠ 214/1972 ΑρχΝ 1972.543, ΕφΘεσ 1010/1973 Αρμ 1973.2012 με σύμφωνες παρατηρήσεις Π. Γέσιου – Φαλτσή, ΕφΑθ 3947/1976 ΝοΒ 1976.1096, ΕφΑθ 2388/1999 ΕλλΔνη 2000.456 επ.), η επίκληση της συνάρτησης της δικαιοπραξίας από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία συνιστά ένσταση, το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ενιστάμενος. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αίρεση πληρώθηκε ή ότι η λήξη της προθεσμίας επήλθε αποτελεί αντένσταση, το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο προρρηθείς. Πράγματι, η επίκληση της αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας συγκεντρώνει τα στοιχεία της ένστασης, αφού εισάγει στη δίκη νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επάγονται τη ματαίωση της αιτούμενης με την αγωγή συνέπειας· θεμελιώνεται, δε, είτε στον δικαιοκωλυτικό κανόνα του άρθρου 201 ΑΚ είτε σε εκείνον του άρθρου 210 ΑΚ, αντίστοιχα, που ματαιώνουν την επέλευση των αποτελεσμάτων του δικαιογόνου κανόνα που στηρίζει την αιτούμενη προστασία (βλ. Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1986, σελ. 119). Σύμφωνα με την άποψη αυτή, όταν ο εναγόμενος διάδικος ισχυρίζεται ότι η επίδικη δικαιοπραξία τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, δεν υποστηρίζει την ύπαρξη άλλης δικαιοπραξίας διαφορετικής από εκείνη που επικαλείται ο ενάγων, αλλά, ενώ ο ενάγων διατείνεται ότι η δικαιοπραξία αυτή συγκεντρώνει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την υπόστασή της και επιφέρει την έννομη συνέπειά της, ο εναγόμενος, χωρίς να αρνείται τη συνδρομή των στοιχείων που απαρτίζουν το πραγματικό της δικαιοπραξίας, αποκρούει τον ισχυρισμό ότι η έννομη συνέπειά της έχει επέλθει, διότι η τελευταία εξαρτήθηκε, κατά τη συμφωνία μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, από την επέλευση μέλλοντος γεγονότος, υπό την οποία (ενν. επέλευση) τελεί η δικαιοπραξία (βλ. Αστ. Γεωργιάδης, Νομολογιακές θέσεις στην κατανομή του βάρους απόδειξης, Δ 1980.735 επ.).
Μάλιστα, σε συμφωνία με την ανάλυση που προηγήθηκε, υποστηρίζεται (βλ. Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, σελ. 350, Χαρ. Φραγκίστας – Γ. Μητσόπουλος, Γνωμοδότηση, ΝοΒ 1972.443 επ.) ότι ο επισπεύδων δανειστής υποχρεούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 915 εδ. β΄ ΚΠολΔ, να προαποδείξει την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης ή την παρέλευση της προθεσμίας της οποίας η λήξη δεν προκύπτει με απλό ημερολογιακό υπολογισμό με τον τρόπο που ορίζει η διάταξη αυτή, κοινοποιώντας τα σχετικά έγγραφα στον οφειλέτη. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι η “εναπόθεση” του βάρους προαπόδειξης των ανωτέρω γεγονότων στις “πλάτες” του επισπεύδοντος δανειστή είναι απολύτως εναρμονισμένη με τις βασικές αρχές κατανομής του βάρους απόδειξης (άρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι οποίες θα καλούνταν σε εφαρμογή και στη διαγνωστική δίκη. Εφόσον ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ύπαρξης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας συνιστά ένσταση κι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί πλήρωσης της αίρεσης ή παρόδου της προθεσμίας αποτελεί αντένσταση, ομοίως και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης ο επισπεύδων δανειστής φέρει το δικονομικό βάρος απόδειξης των αιτιάσεών του. Άλλωστε, κατά την ίδια θεμελίωση, αν ο επισπεύδων δανειστής δεν διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα για την απόδειξη των περί ων ο λόγος ισχυρισμών του, θα πρέπει να προσφύγει στη διαγνωστική δίκη για να εξασφαλίσει την έκδοση δικαστικής απόφασης, οπότε και πάλι με την αίτησή του για παροχή έννομης προστασίας, θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους ισχυρισμούς αυτούς περί πλήρωσης της αίρεσης ή παρόδου της προθεσμίας. Εξ ετέρου, στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο επισπεύδων δανειστής φέρει πάντοτε το ως άνω βάρος προαπόδειξης, καταλήγουν άλλοι νομικοί συγγραφείς (βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι, 2000, άρθρο 915 ΚΠολΔ, σελ. 1735) επί τη βάσει διαφορετικής θεμελίωσης. Κατ’ αυτούς, ο επισπεύδων δανειστής φέρει πάντοτε το εν θέματι βάρος προαπόδειξης, ουχί διότι είναι αντενιστάμενος, αλλά γιατί υποχρεώνεται προς τούτο από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 915 εδ. β΄ ΚΠολΔ. Κατά την ίδια θεμελίωση, το άρθρο 915 ΚΠολΔ δεν μεταβάλλει τους κανόνες περί βάρους απόδειξης που ισχύουν στη διαγνωστική δίκη.
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
email: evgenia@efotopoulou.gr