Διαφοροποίηση των εννοιών διακράτησης και κατοχής υπό το πρίσμα της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος και της συνακόλουθης άρνησης παράδοσης ή διατήρησης κατοχής
Κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2, αρ. 1 Α.Ν.263/1968, και 2, αρ. 23 Α.Ν. 1539/1939 «1. Ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και δια χρηματικής ποινής, τουλάχιστον, εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών. 2. Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και ο αναγνωρίσεως με την κυριότητα του Δημοσίου μη παραδίδων όμως προκαλούμενος υπό του Δημοσίου το κτήμα ή μη παραλείπων τη κατοχήν του».
Από την διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων αναδεικνύεται η έννοια της κατοχής ως αναγκαίο στοιχείο για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης και την στοιχειοθέτηση εγκλήματος συνιστάμενου στην άρνηση απόδοσης, όταν προσκαλείται προς τούτο από το Δημόσιο, ή συνέχιση άσκησης κατοχής επί κτήματος, το οποίο ο δράστης κατέχει μολονότι αναγνωρίζει το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επ’ αυτού. Αξίζει να επισημανθεί ότι δυνάμει της παρ. 1, αρ. 1 Α.Ν. 263/1968, στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης εμπίπτουν οι κοινόχρηστοι χώροι αιγιαλού, παραλίας, οδών και εν γένει τα ανήκοντα στην δημόσια περιουσία του Κράτους κτήματα.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 974 Α.Κ. η κατοχή συνίσταται σε άσκηση φυσικής εξουσίασης επί του πράγματος, ενώ πλέον ειδικότερα την έννοια της κατοχής συναπαρτίζουν δύο απαραίτητα συστατικά στοιχεία: α) η τοπική σχέση ή επαφή του προσώπου με το πράγμα, μέσω της οποίας και παρέχεται η δυνατότητα επενέργειας επί του πράγματος (αντικειμενικό στοιχείο) και β) η βούληση για υλικό – περισσότερο ή λιγότερο μόνιμο – εξουσιασμό του πράγματος (υποκειμενικό στοιχείο)(Γεωργιάδης Απ., Α.Κ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρ. 974 αρ. 1-4, Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Δ΄, Ημίτομος Α΄, 2007, άρθρο 974 αρ. 2 σελ. 158.).
Σε αντιδιαστολή με την κατοχή, η διακράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει έρεισμα θεμελίωσης ποινικής ευθύνης κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, καθώς η τελευταία έχει την έννοια της απλή κατοχής, ενώ η βούληση του διακρατούντος κατευθύνεται στην πρόσκαιρη μόνο εξουσίαση επί του πράγματος. Συνάγεται, λοιπόν, ευχερώς ότι από την έννοια της διακράτησης ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο της βούλησης άσκησης υλικής εξουσίασης επί του πράγματος και συνακόλουθα η απλή διακράτηση δημοσίου κτήματος κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής της προστατευτικής διάταξης, η οποία θεσπίζεται με το αρ. 23, παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938.
Στην αυτή παραδοχή καταλήγει και η προσέγγιση της ιδίας ως άνω διάταξης στα πλαίσια αντικειμενικής-τελολογικής ερμηνείας. Ειδικότερα, από την στιγμή, κατά την οποία επιφυλάσσεται η ίδια ποινική αντιμετώπιση τόσο για τον δράστη της παρ. 2, ως εκτέθη ανωτέρω, όσο και για εκείνον της παρ. 1, δηλαδή για τον αυθαιρέτως καταλαμβάνοντα δημόσιο κτήμα ευρισκόμενο υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, η υιοθέτηση αντίθετης εκδοχής θα συνιστούσε απαγορευμένη «in malam partem» αναλογία.(βλ. 58839/2012 Πλημμ. Αθ).
Γιάννης Μπάλλιας, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr