Επιχειρήματα υπέρ της συνεπιμέλειας του τέκνου σε περίπτωση διάστασης/ διαζυγίου
Σύμφωνα, με το ισχύον νομικό πλαίσιο και ειδικότερα με βάση τα άρθ. 1513 παρ. 1 εδάφ. β΄ και γ΄ ΑΚ και 1514 ΑΚ, σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συμβίωσης, οι επιλογές του Δικαστηρίου για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας (εκπροσώπηση, διαχείριση και επιμέλεια) των τέκνων γεννημένων σε γάμο είναι οι ακόλουθες τέσσερις: α) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε ένα από τους γονείς, β) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δυο γονείς από κοινού, γ) να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και δ) να την αναθέσει σε τρίτον (βλ. Αγαλλοπούλου σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, Τόμος VIII, 2003, σελ. 172, αριθ. 29, Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος II, 2012, σελ. 324). Ως αποκλειστικό οδηγό, δε, της δικαιοδοτικής του κρίσης έχει το συμφέρον και μόνο του ανηλίκου τέκνου, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της απόφασής του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κ.λπ.. Στον ελληνικό Αστικό Κώδικα(ΑΚ), προβλέπεται η χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας. Εντούτοις, από την ελληνική θεωρία διατυπώθηκαν επιφυλάξεις ως προς τη σκοπιμότητα της ρύθμισης αυτής, καθόσον θεωρήθηκε ότι η παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής δημιουργεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας, που αμφότερες αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του (ενν. του παιδιού). Επιπλέον, θεωρήθηκε ότι με τον τρόπο αυτό θα δημιουργούνται συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ των γονέων στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (βλ. Παπαχρίστου, Αρμ 1985, σελ. 101-103).
Μολαταύτα, στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μητρική του κατοικία κι ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς του. Προσέτι, σημειώνεταιότι η κοινωνία έχει αλλάξει, ότι αμφότεροι οι γονείς βαρύνονταιμε επαγγελματικές υποχρεώσεις και ο χρόνος τους εμφανίζεται περιορισμένος, καθώς και ότι η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Ακόμη, παρατηρείται ότι δυο (2) σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή αυτού.
Η θεματική, ωστόσο, δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά θα πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας. Πράγματι, με βάση τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δυο σπιτιών. Τουναντίον, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται, από επιστημονικής απόψεως, ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού, με τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, να αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους σε σχέση με εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες[Bjarnason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: Across – national study of childrenin 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, a. 871-890, Bauserman 2002), Child adjustment in joint-custody versus sole-custody arrangements: a meta analyticreview, Journal of Family Psychology, 16, σελ. 91-102].
Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας («sharedresidence») και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ’ αριθμ. 2079/2-10-2015 ψήφισμά του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου. Το εν λόγω ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετα – ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών [Nielsen(2014), Shared physical custody: Summary of 40 studies onoutcomes for children, Journal of Divorce & Remarriage, 55, 613-635], οι οποίες κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγότερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%. Άλλωστε, ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονικής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα αναφορικά με το διαζύγιο ή τη διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί (πάντα) επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Εξ ετέρου, η καταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας του τέκνου δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (βλ. Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη νομολογία, 2015, σελ. 40). Αμφότεροι οι γονείς είναι κατά τεκμήριο ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο παιδί έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική, λοιπόν, λύση αποτελεί η διατήρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του τέκνου, διότι το τελευταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς αλλά και τους δύο (βλ. ΜΠΑθ 60/2017, ΜΠΝαξ156/2017, Δεμερτζή, Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας, Δ 2008, σελ. 140 επόμ.).
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr