Μπορεί ο δικηγόρος να περάσει ο ίδιος αυτόφωρη διαδικασία;
Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 2/13-01-2021 εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τους Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών με θέμα “Διαδικασία επί αυτοφώρου πλημμελήματος – Σύλληψη και κράτηση δικηγόρου”, ισχύουν τα κάτωθι σχετικά με το αν ο δικηγόρος μπορεί να περάσει ο ίδιος την αυτόφωρη διαδικασία: Με δεδομένο ότι ο δικηγόρος ανήκει στα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας, ο Κώδικας Δικηγόρων (ν. 4194/2013) στο άρθρο 39 παρ. 2 και 3, προβλέπει τα εξής: “2. Ειδική Δωσιδικία. Οι κατηγορούμενοι για πλημμέλημα δικηγόροι δικάζονται από το, κατά τόπο αρμόδιο, Τριμελές Εφετείο σε πρώτο βαθμό και από το Πενταμελές Εφετείο σε δεύτερο βαθμό. 3. Αυτόφωρη διαδικασία. Δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος, που συλλαμβάνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών”.
Η ειδική αυτή ρύθμιση αποκλείει την εφαρμογή των άρθρων 418 επ. ΚΠΔ, δηλαδή της αυτόφωρης διαδικασίας, που ενέχει σύντμηση της προθεσμίας, κράτηση και άμεση παραπομπή στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, αφού ρητά ορίζεται ότι δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Επίσης, δεν επιτρέπει την κράτηση του συλληφθέντος δικηγόρου, αλλά προβλέπει ότι (ο συλληφθείς για αυτόφωρο πλημμέλημα δικηγόρος) οδηγείται αμέσως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Ανακύπτει το ερώτημα αν ο μεταγενέστερος ΚΠΔ (έτους 2019) έχει καταργήσει την προγενέστερη ειδική διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων (έτους 2013). Σύμφωνα με την ως άνω εγκύκλιο, προσήκει αρνητική απάντηση, στηριζόμενη στην ερμηνευτική αρχή “lex posterior generalis non drogat legi priori speciali”. Πάντως (και ανεξαρτήτως των προβλεπομένων στον Κώδικα Δικηγόρων), η διάταξη του άρθρου 279 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ παρέχει τη δυνατότητα στον Εισαγγελέα, μόλις ειδοποιηθεί από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, να δώσει εντολή να αφεθεί ελεύθερος και να μην προσαχθεί ενώπιόν του ο συλληφθείς δράστης αυτοφώρου πλημμελήαμτος, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός. Κριτήρια για τη διαμόρφωση της ειαγγελικής απόφανσης εν προκειμένω είναι, κατά τα οριζόμενα από τον ποινικό δικονομικό νομοθέτη, η βαρύτητα του εγκλήματος και η προσωπικότητα του δράστη. Η διάταξη αυτή μπορεί και πρέπει να αξιοποιείται όταν το συλληφθέν πρόσωπο έχει τη δικηγορική ιδιότητα, αφού ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου – νομικού παραστάτη του πολίτη αναμφίβολα προσθέτει θετικά στοιχεία στην προσωπικότητά του. Αν, μάλιστα, το αυτόφωρο πλημμέλημα, που φέρεται ότι τέλεσε, σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του και η καταμήνυσή του υποκρύπτει κίνηση αντιπερισπασμού (προκειμένου να αφοπλιστεί ο αντίπαλός του), επιβάλλεται μείζων προσοχή κατά τη διαμόρφωση της εισαγγελικής κρίσης για το αν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ο συλληφθείς δικηγόρος (στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 279 ΚΠΔ) και να μην οδηγηθεί ενώπιον του εισαγγελέα κάτά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων.
Συνοψίζοντας: Κράτηση δικηγόρου συλληφθέντος για αυτόφωρο πλημμέλημα δεν είναι σύννομη, αλλά ο συλλαβών και διακριβώσας την ιδιότητα του συλληφθέντος ανακριτικός υπάλληλος δεν τον οδηγεί στο κρατητήριο, αλλά έχει νόμιμη υποχρέωση να ειδοποιήσει αυτοστιγμεί τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών (“Εισαγγελέα Υπηρεσίας”), ο οποίος (από υπηρεσιακό καθήκον) θα έχει ετοιμότητα, κάθε ώρα και κάθε μέρα, εργάσιμη ή αργία, να δεχθεί τον συλληφθέντα δικηγόρο, που πρέπει να οδηγείται αμέσως ενώπιον του (χωρίς να είναι επιτρεπτή η εκδίκαση της σχετικής ποινικής υπόθεσης του κατά την αυτόφωρη διαδικασία), ενώ είναι δυνατή και σύμφωνη με το νόμο, και η τηλεφωνική εισαγγελική εντολή να αφεθεί ελεύθερος (άμα τη συλλήψει), βασιζόμενη στην εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του συλληφθέντος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 279 ΚΠΔ, η εφαρμογή του οποίου πρέπει να αποτελεί πρώτη προτεραιότητα (εκ της ως άνω εγκυκλίου).
Ευγενία Φωτόπουλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr