Στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης ο μη διορισμός πραγματογνώμονα;
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 372, 387 και 388 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, η επιλογή των πραγματογνωμόνων από το σχετικό κατάλογο ή και εκτός αυτού, αν κριθεί σκόπιμο, η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διεξαχθεί από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του αριθ. 10 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, αφού ο προβλεπόμενος από τον αριθμό αυτό λόγος για λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, για τα οποία δεν διατάχθηκε απόδειξη, ιδρύεται μόνο στις περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει από το νόμο υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, την οποία όμως υποχρέωση δεν έχει στις περιπτώσεις που το θέμα ανάγεται από το νόμο στην κυριαρχική κρίση του, όπως στην περίπτωση διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ή νέας, ή επανάληψης ή συμπλήρωσης αυτής), κατά τα παραπάνω, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή της και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 866/2006, ΑΠ 1795/2005).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 309 εδ. β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο κατά τη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Στάση δε της δίκης δημιουργείται και όταν η υπόθεση εισάγεται προς κατ’ ουσίαν συζήτηση στο δικαστήριο με κλήση κάποιου από τα διάδικα μέρη. Εξάλλου, μη οριζομένου του αντιθέτου στην άνω διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, η μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου δύναται να ανακληθεί και σιωπηρώς, δυναμένου δηλαδή του δικαστηρίου να απομακρυνθεί, ολικά ή μερικά, των πρότερον αποφασισθέντων και χωρίς αναφορά ρητής ανάκλησης (ΑΠ 687/1985). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι μη οριστική κατά την προαναφερθείσα έννοια και συνεπώς το δικαστήριο σε μεταγενέστερη στάση δίκης έχει την ευχέρεια να ανακαλέσει την απόφαση αυτή αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτημα κάποιου διαδίκου, εάν κατά τη διακριτική ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δεν είναι αναγκαία η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, γιατί δεν πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1488/2010, ΑΠ 780/2015).
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr