Ο βεβαιωτικός όρκος αποτελεί θεσμό εντός του πλαισίου της αναγκαστικής εκτέλεσης και χαρακτηρίζεται ρυθμιστικό της εκτέλεσης μέτρο (ΕιρΡοδ 93/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με τα άρθρα 861 επ. ΚΠολΔ, όταν κατά το νόμο υποχρεώνεται κάποιος να δώσει βεβαιωτικό όρκο, αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπόχρεος προς δόση.
Το Ειρηνοδικείο με απόφαση του τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο υπόχρεος οφείλει να δώσει τον όρκο. Αν ο οφειλέτης δεν εμφανιστεί κατά την ορισθείσα μέρα προς δόση του όρκου ή εμφανιστεί αλλά αρνείται την δόση αυτού, το Ειρηνοδικείο διατάσσει την προσωπική του κράτηση. Η αίτηση προσωποκράτησης σωρεύεται παραδεκτά με την αίτηση δόσης του όρκου και έτσι δεν αποκλείεται και απαγγελία προσωπικής κράτησης με την ορίζουσα την προθεσμία δόσεως όρκου απόφαση (ΕιρΣπάρτ 388/1975, ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2012, τόμος ΙΙ, άρθρο 864, αρ. 2, σελ. 432).
Ο βεβαιωτικός όρκος, ο οποίος αποτελεί θεσμό εντός του πλαισίου της αναγκαστικής εκτέλεσης γιατί διευκολύνει την κατάσχεση, η οποία αποτελεί μέσο προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και συνεπώς ορθώς χαρακτηρίστηκε ρυθμιστικό της εκτέλεσης μέτρο, αφού με αυτόν επιδιώκεται η εξουδετέρωση των εμποδίων που παρεμβάλλονται από τον οφειλέτη για την απόκρυψη των περιουσιακών του στοιχείων, αν και είναι υπόχρεος προς ανοχή της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του, κατατάσσεται στα μέσα εκτέλεσης. Το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη είναι αδιάφορο. Γι’ αυτό η διαδικασία τηρείται και κατά των ανικάνων και των νομικών προσώπων, οπότε τον κατάλογο υποβάλλει ο νόμιμος εκπρόσωπος των προσώπων αυτών, για τα περιουσιακά στοιχεία του ανικάνου ή του νομικού προσώπου (ΠΠρΘεσ 39219/2007, ΕΠολΔ 2008, 109).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος