Εκκρεμοδικία εκ προβολής ένστασης συμψηφισμού. Επί πρότασης υπό του εναγομένου σε συμψηφισμό ανταπαίτησής του κατά του ενάγοντος, για την οποία ήδη έχει ασκήσει αγωγή κατά του τελευταίου, αναστέλλεται και αυτεπάγγελτα η συζήτηση της ένστασης μέχρι περάτωση της δίκης επί της αγωγής (ΕφΛαρ 98/2013, δημ. Δικ 2013, 304 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 222 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο διαρκεί αυτή, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κυρία παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 222 σαφώς συνάγεται ότι εκκρεμοδικία προκαλεί και η προβολή της ενστάσεως συμψηφισμού. Έτσι, αν προταθεί σε συμψηφισμό από τον εναγόμενο ανταπαίτησή του κατά του ενάγοντος, για την οποία ήδη έχει ασκήσει αγωγή κατά του τελευταίου, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου, κατά την § 2 του ως άνω άρθρου αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η συζήτηση της ενστάσεως εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη επί της αγωγής, έστω και αν η συζήτηση διεξάγεται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ222 αριθ. 20, σελ. 488).
Και τούτο διότι με τη διάταξη του άρθρου 222 του ΚΠολΔ τίθεται ο θεμελιακός για το δικονομικό σύστημα κανόνας της απαγόρευσης της παράλληλης διεξαγωγής δύο δικών για την ίδια διαφορά μεταξύ των ιδίων υποκειμένων των εκκρεμών δικών, από λόγους που ανάγονται στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, που αποβλέπει στην αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων με ισοδύναμα δεδικασμένα και την επίτευξη” οικονομίας χρόνου και δαπάνης (βλ. ΑΠ 235/84 ΕΕΝ 52.169, ΕφΑΘ 6599/90 Δνη 32. 825, ΕφΛαρ 225/11 Δικογρ 2011. 490, Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ222 αριθ. 1, σελ. 38-39).
Περαιτέρω, η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, διαρκεί στον πρώτο βαθμό εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση και αναβιώνει με την άσκηση εφέσεως κατά της τελευταίας, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, στο δεύτερο δε βαθμό δικαιοδοσίας διαρκεί εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (βλ. ΑΠ 1048/09 Νόμος, ΑΠ 929/06 ΝοΒ 2007, 2129).
Στην υπό κρίση περίπτωση το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε προς κρίση την κάτωθι υπόθεση και ανέπτυξε το κάτωθι σκεπτικό βασιζόμενο στην ως άνω νομική βάση: «Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 25.6.2008 (και με αριθ. καταθ. 1149/08) αγωγή που άσκησαν κατά του εναγομένου, Ε. Ο., οι ενάγοντες, Χ. Κ. και Γ. Α., ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει, νομιμοτόκως, σε κάθε ενάγοντα το ποσόν των 50.949,47 Ε, ως αποζημίωση λόγω αποστερήσεως της χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου που είχε εισφέρει σε αφανή εταιρία, την οποία είχαν συστήσει οι διάδικοι προς εκμετάλλευση του φορτηγού, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η 251/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δέχθηκε αυτή στο σύνολο της κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να πληρώσει σε κάθε ενάγοντα το ποσόν των 50.949 Ε, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 20.10.2009 (και με αριθ. καταθ. 369/09) έφεση ο ερημοδικασθείς εναγόμενος, επί της οποίας εκδόθηκε η 434/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε τυπικά την έφεση και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε, κατ’ αρθρ. 528 ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη απόφαση, προέβη σε αναδίκαση της υπόθεσης. Ενόψει τούτων, έκρινε νόμιμη την αγωγή και ακολούθως ουσία βάσιμες τις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων. Ωστόσο, έναντι των απαιτήσεων τούτων ο εναγόμενος, με το εφετήριο, προέβαλε σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του, ύψους 88.817,96 Ε, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε προσληφθεί από τους ενάγοντες, ως οδηγός του φορτηγού, αντί μηνιαίων αποδοχών, κατά τον επίδικο χρόνο. Την ανταπαίτησή του δε αυτή προσδιόρισε ειδικότερα ως προς τα θεμελιωτικά της περιστατικά και το ποσόν, ενσωματώνοντας στο εφετήριο την από 12.11.2009 (και με αριθ. καταθ. 163/09) αγωγή του κατά των εναγομένων, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Επί της αγωγής, όμως, αυτής, ήδη, κατά το χρόνο της άνω συζητήσεως της εφέσεως του εναγομένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (6.5.2011), είχε εκδοθεί η 33/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του, για το ποσόν των 14.396,30 Ε, και κατά της αποφάσεως αυτής είχαν ασκήσει έφεση αμφότεροι οι διάδικοι. Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες άσκησαν ως εναγόμενοι κατά της εν λόγω αποφάσεως την αριθ. καταθ. 70/2011 έφεση και ο εναγόμενος άσκησε ως ενάγων την αριθ. καταθ. 301/2011 έφεση, που προσδιορίσθηκαν και οι δύο για να συζητηθούν κατά την αυτή δικάσιμο, που αναφέρεται και στην αρχή της παρούσας, ήτοι τη δικάσιμο της 25.1.2013. Συνεπώς, η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την κατάθεση της αγωγής του εναγομένου, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, με την άσκηση των εφέσεων αναβίωσε. Εφόσον, λοιπόν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, κατά της αγωγής των εναγόντων πρότεινε ο εναγόμενος την ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις τους της ανταπαίτησής του, για την οποία είχε ασκήσει την άνω αγωγή, το Δικαστήριο τούτο, ως όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 222 § 2 ΚΠολΔ, ανέστειλε, με την προεκτεθείσα απόφαση του, τη δίκη επί της αγωγής των εναγόντων μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής των εναγομένων».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος