Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σε κάθε περίπτωση η συνεκδίκαση των αγωγών στερεί το έννομο συμφέρον από τη προβολή της ένστασης εκκρεμοδικίας. Αδράνεια στη περίπτωση αυτή της εκκρεμοδικίας της ενστάσεως συμψηφισμού (ΠολΠρωτΑθ 1872/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 215, 221 και 222 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι, ασκηθείσης κατά το άρθρο 215 της αγωγής, ήτοι δια καταθέσεως δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και δια επιδόσεως αντιγράφου αυτής προς τον εναγόμενο, η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση και κατά τη διάρκεια της οποίας δεν δύναται να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη περί της αυτής επίδικης διαφοράς μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων, εάν δε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κυρία παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού περί της αυτής επίδικης διαφοράς, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση αυτής μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης. Εξάλλου, εκκρεμοδικία με τα παραπάνω αποτελέσματά της συνεπάγεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 221 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η κατά τη διάρκεια της δίκης υποβολή αιτήσεως με την οποία επιδιώκεται καταψήφιση, αναγνώριση ή διάπλαση, ως και η πρόταση ενστάσεως συμψηφισμού. Κατά τη διάταξη επομένως του άρθρου 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.

Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας, εκτός από την ταυτότητα της διαφοράς που εισάγεται προς εκδίκαση μεταξύ της αγωγής που ασκήθηκε πρώτη και εκείνης που εισάγεται μεταγενέστερα, ήτοι ταυτότητας δικαιώματος, αντικειμένου της δίκης, ιστορικής και νομικής αίτιας, είναι και η ύπαρξη ταυτότητας των διαδίκων και στις δύο δίκες, που παρίστανται, κατά ρητή  διατύπωση αυτής, με την ίδια ιδιότητα. Η εναλλαγή της δικονομικής ιδιότητας των διαδίκων, δηλαδή όταν ενάγων της αρχικής δίκης είναι εναγόμενος της μεταγενέστερης, η οποία έχει το ίδιο αντικείμενο με την πρώτη, αποκλείει, κατά μία άποψη που υποστηρίζεται στη νομολογία, την προβολή της ενστάσεως εκκρεμοδικίας (βλ. ΕφΑΘ 1487/1989 Αρμ 44.147, ΕφΘεσ 838/1986 Αρμ 41.1041, ΕφΑΘ 10914/1979 ΝοΒ 28.333), κατ’ άλλη άποψη όμως, η έννοια της ταυτότητας διαδίκων περιλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το δεδικασμένο της αποφάσεως της πρώτης δίκης καταλαμβάνει και δεσμεύει τους διαδίκους της δεύτερης δίκης για την ίδια διαφορά (ΕφΑΘ 9840/1986 ΝοΒ 1987.773, ΕφΑΘ 10645/1980 Αρμ 1981.304) . Εφόσον λοιπόν το δεδικασμένο της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της πρώτης αγωγής θα δεσμεύει τους διαδίκους της δεύτερης δίκης είναι αδιάφορο αν σε κάθε μία από τις δύο δίκες γίνεται εναλλαγή της δικονομικής ιδιότητας των προσώπων, δηλαδή αν ο ενάγων στη μία είναι εναγόμενος στην άλλη.

Ακόμη για την εκκρεμοδικία είναι αδιάφορο αν πρόκειται περί δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων καθ’ ύλην ή το δικαστήριο της πρώτης δίκης είναι κατώτερο ή αναρμόδιο ή αν το ένα από τα δύο δικαστήρια επιλαμβάνεται κατ’ έφεση και το άλλο σε πρώτο βαθμό, καθώς και το αν η νέα αγωγή θα εκδικαστεί κατ’ άλλη διαδικασία ή αν περιέχει και επικουρική βάση (ΕφΑΘ 1403/1993 ΑρχΝ 1994.412). Σε κάθε όμως περίπτωση η ένσταση εκκρεμοδικίας ακόμη και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προβολής της κατά της αγωγής που ασκήθηκε μεταγενεστέρως, δεν δίδεται στην περίπτωση κατά την οποία οι δύο αγωγές τελικώς συνεκδικάζονται, και τούτο γιατί λείπει πλέον το έννομο συμφέρον για την προβολή της, αφού με τη συνεκδίκαση των αγωγών δεν υπάρχει πλέον ο σκοπός για τον οποίο χορηγήθηκε αυτή από το νόμο, δηλαδή η αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων με ισοδύναμο δεδικασμένο και η επίτευξη οικονομίας χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 31/1985 ΝοΒ 1985.1417, ΕφΑθ 4857/1999 ΔΕΕ 1999.873, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 1999.1200).

Συνέπεια τέλος της εκκρεμοδικίας είναι κατά τις ως άνω διατάξεις, η αναστολή εκδικάσεως της δεύτερης αγωγής μέχρι περατώσεως της δίκης επί της πρώτης αγωγής, της επελεύσεως δηλαδή του δεδικασμένου επ’ αυτής. Η αναστολή αυτή επέρχεται όχι μόνο ύστερα από ένσταση των διαδίκων που μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της πρωτόδικης ή της κατ’ έφεση δίκης, αλλά διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο όταν τούτο διαπιστώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ενστάσεως εκκρεμοδικίας (ΕφΑθ 1403/1993 ό.π.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Με την υπόψη διάταξη, η ρύθμιση της οποίας αποτελεί έκφανση της αρχής της οικονομίας της δίκης, με σκοπό τη διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή την επέλευση μείωσης των εξόδων αυτής ή και την αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να διατάξει και αυτεπαγγέλτως την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον αυτού δικών, μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία. Στην περίπτωση που οι δίκες αυτές δεν έχουν προσδιοριστεί στην ίδια δικάσιμο το δικαστήριο αναβάλλει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ τη συζήτηση για να προσδιοριστούν όλες οι υποθέσεις στην ίδια δικάσιμο και έτσι να ενωθούν και να συνεκδικαστούν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η συνεκδίκαση μπορεί να δίαταχθεί και όταν η συνεκδικαστέα διαφορά έχει εγγράφει στο πινάκιο άλλης (προσεχούς) δικασίμου. Στην περίπτωση αυτή η πρώτη δίκη αναβάλλεται προκειμένου να συνεκδικαστεί με τη δεύτερη. Η εν λόγω αναβολή διατάσσεται όχι μόνο με σχετική μνεία στα πρακτικά, αλλά και μετά τη συζήτηση της πρώτης διαφοράς στο ακροατήριο, με απόφαση του δικαστηρίου, για τη δικάσιμο για την οποία έχει προσδιοριστεί η συζήτηση της άλλης διαφοράς. Συνεπώς, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση μιας αγωγής, για να συνεκδικαστεί με άλλη, αντίθετη, αγωγή, προεχόντως για να αποτραπεί η έκδοση, τυχόν, αντιφατικών αποφάσεων, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας, ούτε οι προϋποθέσεις της σώρευσης, αφού είναι επιτρεπτή η συνεκδίκαση και αν ακόμη οι υπό συνεκδίκαση δίκες διεξάγονται μεταξύ διαφόρων προσώπων. Για την επίτευξη της εν λόγω συνεκδίκασης, μπορεί να αναβληθεί η εκδίκαση της μιας απ’ αυτές, ώστε, με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου, να προσδιοριστούν οι αντίθετες αγωγές για την ίδια δικάσιμο (ΑΠ 383/2009 ΝΟΜΟΣ, ΔΠ 1407/2000 ΕλλΔνη 2001.736, ΑΠ 878/1996 ΕλλΔνη 1996.1563, ΕλλΔνη 1997.806, ΑΠ 223/1987 ΑρχΝ 1988.754, ΕφΑΘ 1962/2009 ΕλλΔνη 2010.793, ΕφΑΘ 7777/2007 ΕλλΔνη 2008.563, ΕφΠατρ 1253/2007 ΑΧΑΝΟΜ 2008.470, ΕφΝαυπλ 252/2007 ΕΠΟΔΔ 2008.253, ΕφΑΘ 4299/2006 ΕλλΔνη 2006.1508, ΕφΑΘ 5190/2000 ΑρχΝ 2001.239, ΕφΑΘ 4304/1999 ΕλλΔνη 1999.1587, ΕφΘεσ 43/1983 Αρμ 1983.1117).

Στην κρινόμενη υπόθεση κατά την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόμενων με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες από 18-11-2010 προτάσεις τους παραδεκτά υπέβαλαν κατά των εναγόντων ένσταση συμψηφισμού για ποσό 216.971,40 ευρώ που προέρχεται από ανταπαίτηση που έχουν οι εναγόμενοι αυτοί σε βάρος των εναγόντων από τις πρόσθετες εργασίες που ανέλαβαν κατ’ εντολή των τελευταίων και αναφέρουν στις προτάσεις τους υπό στοιχ. 1 έως 15, συνολικού ύψους 305.971,40 ευρώ, για τις οποίες οι ενάγοντες τους κατέβαλαν μόνο το ποσό, των 89.000 ευρώ (305.971,40 – 89.000 = 216.9/1,40 ευρώ) και ζητούν, για την περίπτωση που θα γίνει εν όλο ή εν μέρει δεκτή η αγωγή, να συμψηφιστεί το ποσό που θα επιδικαστεί στους ενάγοντες με τη μη καταβληθείσα απ` αυτούς αμοιβή τους για τις επικαλούμενες συντελεσθείσες πρόσθετες εργασίες, που ανέρχεται στο ύψος- των 216.971,40 ευρώ και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στη δικαστική τους δαπάνη. Για την απαίτησή τους όμως αυτή οι εναγόμενοι έχουν ασκήσει κατά των εναγόντων την από 1-11-2009 (αριθμός καταθέσεως 11770/16-11-2009) αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και ιστορική και νομική βάση με εκείνη της ένστασης συμψηφισμού, και για το λόγο τούτο οι ενάγοντες διατείνονται μεταξύ άλλων στην προσθήκη – αντίκρουσή τους, ότι επειδή ακριβώς οι εναγόμενοι έχουν ασκήσει την προαναφερόμενη αγωγή εναντίον τους, η οποία είναι εκκρεμής ενώπιον τσυ Δικαστηρίου τούτου, γιατί η συζήτησή της έχει προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 20-10-2011, πρέπει να κηρυχθεί η ως άνω ένσταση ως απαράδεκτη. Εφόσον, ύστερα από αυτά, από το συσχετισμό της ως άνω από 1-11-2009 αγωγής με την υπό κρίση ένσταση συμψηφισμού, προαποδεικνύεται εγγράφως ότι υπάρχει μεταξύ τους ταυτότητα διαφοράς και διαδίκων υπό την εκτεθείσα ως άνω έννοια και συνακόλουθα εκκρεμοδικία που συνεπάγεται την αναστολή εκδικάσεως της κρινομένης ενστάσεως που αφορά την υπό κρίση αγωγή εωσότου περατωθεί κατά νόμιμο τρόπο η πρώτη δίκη επί της αντίθετης – συναφούς αγωγής των εναγομένων, της οποίας η άσκηση ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στους ενάγοντες και η εκδίκασή της εκκρεμεί πράγματι για τη δικάσιμο της 20-10- 2011 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, οι δύο αγωγές να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, και προς τούτο παρίσταται ανάγκη αναβολής της ένδικης αγωγής προκειμένου να προσδιοριστεί για την προσεχή δικάσιμο της 20-10-2011, για την οποία ήδη προσδιορίστηκε η συζήτηση της αντίθετης από 1-11-2009 αγωγής τον εναγόμενων, λόγω της μεταξύ τούς συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης. Εξάλλου με αυτό τον τρόπο, ήτοι όταν φέρονται ενώπιον του δικαστηρίου για συνεκδίκαση και κατ’ ουσίαν έρευνα συναφείς αγωγές, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, αδρανεί η εκκρεμοδικία της ενστάσεως συμψηφισμού που υποβάλλεται με τις προτάσεις των εναγόμενων κατά της πρώτης αγωγής, η οποία δημιουργείται από την, μεταγενέστερη της εναντίον τους αγωγής και προγενέστερη της ενστάσεώς τους, αγωγή τους, επειδή εκλείπει πλέον η ανάγκη να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και να επιτευχθεί οικονομία χρόνου και δαπάνης (βλ. ΑΠ 31/1985 ό.π., ΕφΑΘ 4857/1999 ό.π.).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί