Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κάθε δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ’ του ίδιου ως άνω Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, που προβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170§2 και 333§2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για την απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005).

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της συνδρομής και μίας εξ αυτών οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, ενώ η συνδρομή περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων δεν οδηγεί σε νέα μείωση της ποινής, αλλά το Δικαστήριο λαμβάνει τούτο υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 του ΠΚ. Αναγκαία πάντως σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση τούτων είναι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων να προβλήθηκε κατά τον προαναφερόμενο σαφή και ορισμένο τρόπο.

Εξάλλου, ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 84§2 του ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες σ’ αυτό υπό στοιχεία α’ και ε’, ήτοι το ότι ο υπαίτιος: α) “έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή” και ε) “συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. Και για μεν τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, εκτός από την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου απαιτείται η επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στη σχετική διάταξη, χωρίς να αρκούν η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ή η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση. Για δε τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, υπό καθεστώς ελευθερίας του δράστη, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης αυτού, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλώς καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.

Όμως, η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει και να παραθέσει την, κατά τα προαναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων υπάρχει όταν οι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και εφόσον γίνεται επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχείο Δ’ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση σε τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170§2 του ΚΠΔ, και ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχείο Β’ του ίδιου Κώδικα.

(ΑΠ 669/2019, ΑΠ 957/2019)

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί