Παρεμπίπτουσα κρίση του Δικαστηρίου επί της νομιμότητας της διοικητικής πράξης στην περίπτωση ασκηθείσας αγωγής αποζημιώσεως
Σύμφωνα με την απόφαση 1341/2021 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών προβλέπεται ότι «όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 71 παρ. 1, 78 και 80 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔιοικΔικ, ν. 2717/1999, Α΄ 97), επί αγωγής αποζημιώσεως, τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αίτησης ακύρωσης, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξης ή παράλειψης από το δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης (ΣτΕ 841/2015, πρβλ. ΣτΕ 2260/2013 Ολομ., 2176/2012, 4109/2010).»
Επομένως, από την ανωτέρω απόφαση προκύπτει ότι επί αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, όταν η επίδικη σχέση βασίζεται σε παράνομη διοικητική πράξη, η οποία δεν έχει προσβληθεί με την άσκηση προσφυγής ουσίας ή αίτησης ακυρώσεως και δεν υφίσταται δεδικασμένο, ο δικαστής έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης, η οποία αποτέλεσε το εφαλτήριο για να επέλθει ζημία στον διοικούμενο. Με τη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης, βάσει τελολογικής ερμηνείας, επιδιώκει να υφίσταται πλήρης κρίση επί της υποθέσεως και δίνει τη δυνατότητα στον διοικούμενο να προβάλει τους λόγους που καθιστούν τη διοικητική πράξη παράνομη και επιζήμια, ενώ παράλληλα ο ίδιος δεν άσκησε ένδικο βοήθημα κατά της δυσμενούς διοικητικής πράξης.
Χαρά Ζούκα, Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr