Ακυρωσία απόφασης Γενικής Συνέλευσης AE λόγω καταχρηστικότητας. Συγκεκριμένα· η περίπτωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου
Η απόφαση ΓΣ αποτελεί εξωτερική πράξη (Κοτσίρης, ΕΕμπΔ 1997,842) και το αποτέλεσμα μιας εμφανούς διαδικασίας λήψης της δια της ψηφοφορίας (Γιοβαννόπουλος, Ελαττωματικές αποφάσεις…., 82). Η επιμέρους άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τον μεμονωμένο μέτοχο, δε συνιστά δικαιοπραξία αλλά δήλωση βουλήσεως, που από μόνη της δε γεννά αυτοτελή έννομα αποτελέσματα. Έννομα αποτελέσματα γεννά η λήψη της απόφασης από τη ΓΣ, η οποία και καταλογίζεται στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας και αποτελεί την εταιρική βούληση μέσα στα όρια αρμοδιότητας της ΓΣ ως εταιρικού οργάνου (Αντωνόπουλος, Δίκαιο Α.Ε. & Ε.Π.Ε, 502 Γεωργακόπουλος, Το δίκαιο των εταιρειών, ΙΙ, 316, 317.).Η απόφαση ΓΣ κατά την κρατούσα άποψη είναι πολυμερής δικαιοπραξία, η οποία σχηματίζεται από τη σύνθεση των δηλώσεων βουλήσεως των συμμετεχόντων μελών της ΓΣ (μετόχων της ΑΕ) είτε αυτά ενεργούν αυτοπροσώπως, είτε δι’ αντιπροσώπου, όπως οι επιμέρους δηλώσεις βουλήσεως εκφράζονται δια της ψήφου. Η απόφαση ΓΣ δεσμεύει όλα τα μέλη της ΓΣ και όχι μόνο όσους ψήφισαν θετικά επί της σχετικής προτάσεως που ετέθη σε κυκλοφορία (αρθρ. 116 εδ. β’ Γιοβαννόπουλος, Ελαττωματικές αποφάσεις ….,83).
Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 2 περ. β’ ακυρώσιμη είναι η απόφαση της ΓΣ, που λαμβάνεται κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 Α.Κ. Η κατάχρηση αυτή είναι μια μορφή καταχρήσεως θεσμού (Καράσης, ΧρΙΔ 2011, 148 επ.).
Ο νομοθέτης υπήγαγε την αντίθεση της απόφασης της ΓΣ στο άρθρο 281 ΑΚ στη ρύθμιση της ακυρωσίας και όχι της ακυρότητας καίτι αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου της απόφασης (ίδετε άρθρο 138 παρ. 1 του ν. 4548/2018). Ο λόγος είναι ότι μια απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με ευκολία και αμεσότητα ως καταχρηστική χωρίς ad hoc δικαστική κρίση. Πρόκειται για ειδική ρύθμιση, η οποία εισάγει εξαίρεση στη ρύθμιση του άρθρου 174 ΑΚ αναγνωρίζοντας και τις ιδιότητες της απόφασης της ΓΣ ως δικαιοπραξίας σε σχέση με τις κοινές δικαιοπραξίες.
Εδώ η καταχρηστικότητα καταλαμβάνει την απόφαση και όχι τις επιμέρους ψήφους, με τις οποίες ελήφθη η συγκεκριμένη απόφαση. Αντικείμενο δηλαδή της προσβολής είναι η απόφαση της ΓΣ. Η διάταξη αναφέρεται στην κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία θίγει τα δικαιώματα της μειοψηφίας.
Η απόφαση της ΓΣ είναι ακυρώσιμη λόγω κατάχρησης της εξουσίας της πλειοψηφίας, όταν προσβάλλει χωρίς αποχρώντα λόγο νόμιμα συμφέροντα των μετόχων ή τα προσβάλλει με αποχρώντα λόγο αλλά κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Έτσι, προκειμένου να κριθεί ως καταχρηστική η άσκηση της εξουσίας της, αποκλειστική επιδίωξη της πλειοψηφίας πρέπει να είναι η ενίσχυση της δικής της θέσεως, και αντιστοίχως η αποδυνάμωση της θέσεως της μειοψηφίας (ΕφΑΘ 7120/2004 ΔΕΕ 2005,300, ΠΠρΑθ 23/2018 ΕΕμπΔ 2018, 567 με παρατ. Μήτσου). Σε κάθε περίπτωση, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι πρέπει να εξετάζεται και η αναλογικότητα του οφέλους για την εταιρεία σε σχέση με τη βλάβη της μειοψηφίας.
Ακυρώσιμη είναι η απόφαση ΓΣ περί αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρείας, όχι όμως προκειμένου να αντιμετωπιστεί κάποια ειδική ανάγκη της εταιρείας, αλλά με σκοπό την αλλοίωση της μετοχικής συνθέσεως και την αποδυνάμωση της μειοψηφίας και ενώ η πλειοψηφία γνωρίζει ότι η μειοψηφία δεν δύναται οικονομικά να μετάσχει στην αύξηση (ΠΠρΑΘ 5885/2010 ΝΟΜΟΣ, Δίκαιο ανώνυμης εταιρείας», τόμος 2, επιμέλεια Γ. Σωτηρόπουλο, σελ. 1877-1881)
Η αύξηση κεφαλαίου σε μια Α.Ε. δεν είναι μια διαδικασία η οποία αυτονοήτως και ασυζητητί έχει θετικές συνέπειες γι’ αυτήν και τους μετόχους της. Στην έκταση και στο βαθμό που τα ίδια κεφάλαιά της (μετοχικό κεφάλαιο πλέον αποθεματικών) είναι επαρκή για την άσκηση του αντικειμένου της δραστηριότητάς της, δεν υπάρχει λόγος για αύξηση κεφαλαίου. Σε αλλοδαπές μάλιστα νομοθεσίες υπάρχει και σχετική απαγόρευση με την προφανή λογική ότι η AE δεν πρέπει να επιδεικνύει περισσότερα κεφάλαια απ’ ό,τι της είναι αναγκαίο.
Η αύξηση κεφαλαίου της ΑΕ πρέπει λοιπόν να διενεργείται βάσει ορθολογικών αρχών όχι μόνον στη βάση του κατ’ αρχήν σκόπιμου μιας αύξησης κεφαλαίου, αλλά και του ειδικότερου ζητήματος της ορθής εκλογής μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής, ιδίας ή ξένης χρηματοδότησης).
Η αντικειμενικώς επιβεβλημένη αύξηση κεφαλαίου, όπως αυτό θα προκύπτει από τη στηριζόμενη σε ορθολογικά κριτήρια χρηματοοικονομική ανάλυση και έρευνα των στοιχείων του ισολογισμού της, προφυλάσσει σε σημαντικό βαθμό τους μετόχους της μειοψηφίας από τη λεγόμενη καταχρηστική αύξηση κεφαλαίου. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, όταν η αύξηση δεν γίνεται για να προωθηθεί το συμφέρον της εταιρίας, αλλά για να αποκτήσει πλεονεκτήματα με την ενίσχυση της θέσης της η πλειοψηφία σε βάρος συνήθως της μειοψηφίας, η οποία δεν έχει συχνά την οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχει στην αύξηση.Έτσι λοιπόν η νομολογία εξετάζει αν συντρέχει συγκεκριμένο συμφέρον της εταιρείας για την αύξηση, όπως π.χ. ανάγκη πληρωμή απαιτητών χρεών αυτής, που να δικαιολογεί την αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή αν αντίθετα, η αύξηση είχε μόνο και αποκλειστικό σκοπό τα συμφέροντα της πλειοψηφίας με την επιδίωξη ενίσχυσης της δυναμικής της θέσης στην εταιρία, σε βάρος των λοιπών μετόχων, αν η αύξηση απεφασίσθη από την πλειοψηφία εν γνώσει του ότι οι μέτοχοι της μειοψηφίας δεν ήταν σε θέση (πχ λόγω της οικονομικής αδυναμίας) να αποκτήσουν, παρά την ύπαρξη του δικαιώματος προτίμησης, τις αναλογούσες σ’ αυτούς μετοχές, αν η τιμή αποφασίσθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα από προηγούμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προς τούτο κ.λπ.
Περαιτέρω, η ευθύνη των μετόχων της πλειοψηφίας μπορεί να θεμελιωθεί, σύμφωνα με νεότερες αντιλήψεις και στην παράβαση της υποχρέωσης πίστης (741,747,914 και 919 ΑΚ) που υπέχουν οι μέτοχοι τόσο έναντι του νομικού προσώπου της εταιρίας όσο και έναντι των υπολοίπων μετόχων. Η υποχρέωση πίστης εκδηλώνεται κατά τη θετική της διάσταση στη δέσμευση του εταίρου-μετόχου στην προώθηση των συμφερόντων της εταιρίας (741 ΑΚ) κατά δε την αρνητική της όψη, στην υποχρέωση παράλειψης πράξεων βλαπτικών γι’ αυτήν και τους λοιπούς συνεταίρους (747 ΑΚ).
Το πόσο κρίσιμη τόσο για τα συμφέροντα των μετόχων όσο και της ίδιας της εταιρείας είναι η επιλογή μεταξύ αυξήσεως κεφαλαίου ή εξωτερικής χρηματοδότησης, προκύπτει από την ισχύουσα στη χρηματοοικονομική ανάλυση αρχή της αρίστης αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων και της οριακής αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων και της οριακής αποδοτικότητας του συνολικού κεφαλαίου. Βάσει της αρχής αυτής, όσο μικρότερη είναι η συμμετοχή του ιδίου κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο της εταιρεία- πάντοτε υπό την προϋπόθεση πραγματοποίησης ίσων κερδών τόσο υψηλότερη είναι η αποδοτικότητα του ιδίου κεφαλαίου (Prueher, Optimales Timing von Barkapitalerhohungrn bei assymmetrischer Informationsverteilung, 2000, σελ. 37 επ., 230 επ.).
Συμφερότερο για την εταιρεία και τους μετόχους της είναι να προκριθεί η ξένη χρηματοδότηση (δανεισμός) και όχι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, όταν είναι χαμηλός ο τόκος του ξένου κεφαλαίου και υψηλή αποδοτικότητα του ιδίου κεφαλαίου, ενώ αντίθετα συμφέρει να επιλεγεί η αύξηση κεφαλαίου, αν είναι υψηλός ο τόκος του ξένου κεφαλαίου και μειωμένη η ίδια αποδοτικότητα.
Επισημαίνεται επιπροσθέτως ότι παρόλο που η υψηλή συμμετοχή ξένου κεφαλαίου συνεπάγεται υψηλούς τόκους και λοιπές συμπαρομαρτούσες επιβαρύνσεις, εν τούτοις για λόγους φορολογικούς, η με ευνοϊκούς όρους χρησιμοποίηση του ξένου κεφαλαίου επαυξάνει δραστικά τη δυνατότητα αξιοποίησης και αύξησης της αποδοτικότητας του ιδίου κεφαλαίου
Κατά συνέπεια η πράξη του αρμοδίου οργάνου της ΑΕ, με την οποία αποφασίζεται η αύξηση του κεφαλαίου, πρέπει να αιτιολογεί, με βάση τις ανωτέρω ορθολογικές αρχές, γιατί είναι απαραίτητη η χρηματδότηση της εταιρίας (π.χ. για να καλυφθεί μία συγκεκριμένη αναφερόμενη επιτακτική ανάγκη) και γιατί επιλέγει αυτό το μέσο της κεφαλαιοδότησης και όχι κάποιο άλλο, που θα βελτιώσει την κερδοφόρα ικανότητα της εταιρείας και κατ’ επέκταση τα διανεμόμενα μερίσματα στους μετόχους, χωρίς παράλληλα να προκαλεί δυσμενείς συνέπειες για τη θέση κάποιων μετόχων στην εταιρία. Μια ανεπίληπτη λοιπόν χρηματοοικονομική ανάλυση, που διενεργείται με έγκυρο τρόπο με όλους τους κανόνες της επιστήμης, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αιτιολόγηση της νομιμότητας μιας αύξησης κεφαλαίου και σοβαρή ασφαλιστική δικλείδα για τα συμφέροντα της μειοψηφίας (Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, Ευάγγελος Περάκης σελίδες 624-626).
Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος