Ανακοπή κατά της προσωπικής κράτησης και αντιρρήσεις κατά των συνθηκών κράτησης – Λόγος ακυρότητας της κράτησης η φυλάκιση στον ίδιο χώρο με ποινικούς κρατούμενους
Κατά το άρθρο 1054 παρ. 1 ΚΠολΔ «κάθε διαφορά σχετική με την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης υπάγεται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού ορίζει σύντομη δικάσιμο και την προθεσμία για να κλητευθεί ο αντίδικος εκείνου που προσφεύγει». Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ο τρόπος επιλύσεως των διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μετά τη σύλληψη και φυλάκιση του προσώπου του οποίου με τελεσίδικη δικαστική απόφαση διατάχθηκε η προσωπική κράτηση και εφαρμόζεται για οποιαδήποτε περίπτωση διατάχθηκε αυτή, δηλαδή είτε για επιχείρηση πράξεως είτε για παράλειψη ή ανοχή πράξεως είτε για ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως (άρθρα 946, 947, 951 ΚΠολΔ). Οι διαφορές αυτές δημιουργούνται ιδίως μεταξύ του κρατουμένου – καθ’ ου η προσωπική κράτηση αφενός και του επισπεύδοντος ή του Διευθυντή των Φυλακών αφετέρου. Οι αντιρρήσεις του κρατουμένου για τον τρόπο και τις συνθήκες κρατήσεώς του απευθύνονται κατά του Διευθυντή των Φυλακών, γιατί σε αυτόν ανήκει η αρμοδιότητα για τη ρύθμιση του τρόπου, του χώρου και των συνθηκών κρατήσεως και προβάλλονται με σχετική ανακοπή (βλ. Ι. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτ., άρθρο 1054, Οικονομίδη – Λιβαδά, Εγχειρίδιο Πολιτ. Δικονομίας, τόμος Γ`, παρ. 282, σ. 390-391).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1050 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα «αν δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις ή αν απορρίφθηκαν, αυτός που έχει συλληφθεί οδηγείται στις φυλακές, όπου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προορίζεται για όσους είναι υπόδικοι ή κατάδικοι για αξιόποινες πράξεις. Μόνο ώσπου να τον οδηγήσουν στη φυλακή μπορεί να φυλαχθεί σε οποιαδήποτε άλλη φυλακή ή και σε οποιονδήποτε άλλο χώρο».
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 έως 4, 16 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα, ως ισχύει σήμερα, ορίζεται αντίστοιχα ότι «οι κρατούμενοι διακρίνονται σε κατηγορίες με σκοπό την εξειδίκευση της μεταχείρισής τους κατά τις ανάγκες που επιβάλλει η πραγματική ή η νομική κατάστασή τους», «οι κρατούμενοι κάθε κατηγορίας διαβιώνουν σε ιδιαίτερα καταστήματα ή αυτοτελή τμήματα καταστημάτων, κατά τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος», «οι κρατούμενοι για χρέη ή για άλλο λόγο σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, καθώς και οι οφειλέτες χρηματικής ποινής, αυτοτελώς ή κατά μετατροπή ή προστίμου ή δικαστικών εξόδων αποτελούν ειδικές κατηγορίες κρατουμένων και διαβιούν σε χωριστά τμήματα των αντίστοιχων για την κατηγορία τους καταστημάτων (νεαρών, γυναικών, ανδρών). Επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις η διαβίωσή τους στα ίδια τμήματα με υποδίκους κρατουμένους», «στους κρατουμένους των κατηγοριών αυτών εφαρμόζονται ανάλογα όσα προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του όρθρου 15 για τους υπόδικους κρατουμένους», για τους οποίους ορίζεται μεταξύ άλλων ότι «διαμένουν σε χωριστά τμήματα των αντίστοιχων για την κατηγορία τους καταστημάτων (γυναικών, ανδρών) ή σε ιδιαίτερους χώρους δίχως επικοινωνία με τους λοιπούς κρατούμενους», και ότι «οι συνθήκες διαβίωσης των υποδίκων στο κατάστημα προσεγγίζουν κατά το δυνατόν τις συνθήκες ελεύθερης διαβίωσης».
Τέλος, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η διαβίωση των χρεοφειλετών στα ίδια τμήματα με υπόδικους κρατουμένους. Για να επιτραπεί όμως κατά τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του ως άνω άρθρου η κράτηση χρεοφειλέτη κρατουμένου μαζί με ποινικούς υποδίκους μόνο και όχι καταδίκους, θα πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες να εκφεύγουν του μονίμου, συνήθους και διαρκούς, την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, προβλήματος υπερπληθυσμού και στενότητας χώρου των Ελληνικών Φυλακών (ΠΠΠειρ 4199/2006, 4689/2005 αδημ.).
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επιβάλλεται όπως ο κρατούμενος σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνο στον οποίο κρατούνται οι ποινικώς κατάδικοι ή υπόδικοι, ο οποίος πρέπει να είναι κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένος, ώστε να μην είναι δυνατή η επικοινωνία του με αυτούς. Τούτο, δε, προς προστασία της προσωπικότητας του κρατουμένου, η οποία θίγεται από το συγχρωτισμό του με κοινούς εγκληματίες, ενόψει και του ότι οι λόγοι της κρατήσεώς του είναι παντελώς άσχετοι από τους λόγους κρατήσεως των ποινικώς υποδίκων και καταδίκων. Ο μεν κρατείται γιατί παρέλειψε να ικανοποιήσει απαίτηση του δανειστή του (χρηματική, προς επιχείρηση πράξεως, προς παράλειψη ή ανοχή) και προς το σκοπό όπως εξαναγκασθεί σε αυτό, οι δε προς σωφρονισμό και προς πρόληψη τελέσεως άλλων εγκλημάτων. Ο μεν δεν προσέβαλε αγαθά του κοινωνικού συνόλου, οι δε προσέβαλαν. Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, δηλαδή η κράτηση του οφειλέτη στον ίδιο χώρο μαζί με τους ποινικούς κρατουμένους, επιφέρει ακυρότητα της κρατήσεώς του, αφού ρητώς ο νόμος επιβάλλει τη διαφορετική κράτησή του, σε κάθε περίπτωση δε με την κράτησή του αυτή προκαλείται βλάβη στην προσωπικότητά του, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της κράτησής του και την απόλυσή του από τις φυλακές (βλ. και Κιτσικόπουλο, Πολ. Δικ., άρθρο 1009, σημ. 1 και 6). Η απόλυση αυτή δεν εμποδίζει την εκ νέου σύλληψη του οφειλέτη, εφόσον η νέα κράτησή του θα γίνει σε ιδιαίτερο χώρο (ΠΠρΠειρ 4834/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2606/1996, Αρμ 1996, 1259). Μάλιστα, στο βαθμό που η φυλάκιση σε εκτέλεση απόφασης προσωπικής κράτησης αποτελεί πράξη κρατικού οργάνου (δηλαδή του διευθυντή της φυλακής), η κράτηση σε κοινό χώρο με ποινικούς κρατουμένους ιδρύει και ευθύνη σε βάρος του Δημοσίου για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο οφειλέτης, σύμφωνα με το άρθ. 105 ΕισΝΑΚ (βλ. ΣτΕ 1215/2010 ΕλλΔνη 2011, 1078 ΔΔικη 2012, 214, ΣτΕ 2893/2008 Ε7 2009, 443, Ταμπάκη, ΔΕΝ 2009, 73 επόμ).
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr