Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αφαίρεση της γονικής μέριμνας του τέκνου από το γονέα, λόγω παράβασης των καθηκόντων που επιβάλλει το λειτούργημα, καταχρηστικής ασκήσεως του λειτουργήματος ή αδυναμίας ασκήσεώς του – Έννοιες – Η σχετική αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας

Δυνάμει της ρυθμίσεως του άρθρου 1532 ΑΚ, αν είτε ο πατέρας είτε η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα αυτών ως προς την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους ή τη διοίκηση της περιουσίας αυτού, είτε ασκούν τα καθήκοντά τους καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτά, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν είτε ο έτερος γονέας, είτε οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου είτε ο Εισαγγελέας, είτε αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το Δικαστήριο μπορεί, ιδίως, να αφαιρέσει, ολικά ή μερικά, από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα ή να αφαιρέσει το σύνολο της επιμέλειας και από τους δύο γονείς και να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο.

Από την παραπάνω διάταξη, λοιπόν, με σαφήνεια προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας λόγω κακής άσκησης, διαζευτικώς (εναλλακτικώς) διατυπωμένες, αποτελούν: 1) η παράβαση καθηκόντων που επιβάλλει το λειτούργημα, 2) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος και 3) η αδυναμία ανταπόκρισης σε αυτό, χωρίς να είναι πάντοτε εφικτός ο απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, διότι, ως επί το πλείστον, οι περιπτώσεις αυτές αλληλοεπικαλύπτονται. Έτσι, η κατάχρηση της γονικής μέριμνας αποτελεί συγχρόνως παράβαση των καθηκόντων του γονέα, που επιβάλλονται από αυτήν.

Παράβαση των καθηκόντων του γονέα συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση αυτών με μέτρο το πνευματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδό του. Καταχρηστική τυγχάνει η άσκηση του προαναφερθέντος λειτουργικού δικαιώματος, όταν γίνεται κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο προς το σκοπό αυτού, με συνέπεια να διακυβεύεται το συμφέρον του τέκνου. Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συντρέχει και όταν υπάρχει αδυναμία ανταπόκρισης του γονέα στο λειτούργημά  του, η οποία μπορεί να οφείλεται σε λόγους πραγματικούς. Έτσι, λόγοι που αφορούν την τρίτη των παραπάνω προϋποθέσεων, ήτοι την αδυναμία ανταπόκρισης στο λειτούργημα αποτελούν, μεταξύ άλλων, η τυχόν ασθένεια που επηρεάζει την ικανότητα προς ανταπόκριση στο λειτούργημα, η πλήρης αδιαφορία του γονέα για το τέκνο, η μεγάλη ένδεια και οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης, ο ακόλαστος και άσωτος βίος, ο εθισμός του γονέα σε ουσίες, η ανήθικη και εγκληματική διαγωγή του γονέα, σοβαρή ψυχική νόσος, αλκοολισμός ή εξάρτηση από ναρκωτικά, εγκληματική συμπεριφορά, εργασία σε νυχτερινά καταστήματα ή σε άλλη χώρα ή και νομικούς λόγους, όπως φυλάκιση (ΜΠΘεσ 2922/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδης Απ., Οικογενειακό Δίκαιο, Εκδ. 2014, σελ. 610 επ.). Απαιτείται, λοιπόν, να διαπιστωθούν από το Δικαστήριο είτε η παράβαση του γονέως ή των γονέων και ότι αυτή επηρεάζει τη σωματική, ψυχική και ηθική διάπλαση του τέκνου είτε τα περιστατικά που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε οι λόγοι της αδυναμίας ασκήσεώς της (ΜΠρΠατρών 122/2020 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατρών 102/2020 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατρών 236/2020 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Την σχετική αίτηση, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, δύναται να ασκήσει ως προελέχθη και ο αρμόδιος Εισαγγελέας με αίτημα την αφαίρεση της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς με ταυτόχρονη ανάθεσή της σε τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν αποκλείεται και η αυτεπάγγελτη κίνηση της ως άνω διαδικασίας. Ως τρίτος νοείται είτε στενός συγγενής των τέκνων ή ανάδοχη οικογένεια, άλλως κάποιο ίδρυμα (ΜΠρΘεσ 1738/2019 ΝΟΜΟΣ). Η αίτηση αυτή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 121 ΕισΝΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τέταρτο του Ν. 3089/2002 (ΜΠρΘεσ 3488/2018 ΕλλΔνη 2018.1512), και απαραδέκτως εισάγεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [ΜΠρΘεσ (εκουσία) 2922/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ, συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του, επιπλέον, δε, και τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση, δε, της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο από το Δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για τη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός λόγος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του. Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις τις σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό, δε, ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση, δε, της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου, προς τον έναν από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του (ενν. του τέκνου), καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς τον συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον έναν από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει, δε, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον έναν από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρά την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (3936/2020, ΑΠ 1132/2017, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 317/2015, ΑΠ 537/2012, ΑΠ 2130/2007, ΑΠ 1218/2006, ΑΠ 1910/2005, άπασες δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί