Απαράδεκτη η άσκησης νέας αίτησης των διαδίκων, εφόσον έχει εκδοθεί οριστική απόφαση για αίτηση με το ίδιο αντικείμενο και με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας
Κατά τη διάταξη του άρθρου 778 ΚΠολΔ «Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά την διαδικασία των άρθρων 741 έως 781». Η ως άνω διάταξη ισχύει όχι μόνο για τις υποθέσεις των άρθρων 781-866 ΚΠολΔ, αλλά και για εκείνες που με νομική διάταξη γίνεται παραπομπή στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και πρόκειται για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας[1].
Από την ως άνω διάταξη , σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο κατά την έννοια των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, ισχύει όμως και επ΄ αυτών η αρχή non bis in idem και μάλιστα ως συνέπεια κάθε οριστικής απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας, και όχι μόνο τελεσίδικης. Αν έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε η αίτηση δεν μπορεί να συζητηθεί νέα αίτηση με το ίδιο αντικείμενο και τη διαδικασία των άρθρων 781-866 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη[2]. Η απαγόρευση αυτή ισχύει έστω και εάν η αίτηση στηρίζεται σε νέα πραγματικά περιστατικά [3]. Ο αποκλεισμός αυτός της επανάληψης δεν διαφέρει λειτουργικά από αντίστοιχη αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου. Επιπροσθέτως, είναι απαράδεκτος κάθε νέος δικαστικός επανέλεγχος του κύρους της νομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε με την πρώτη απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας, στο πλαίσιο μιας νέας δίκης, εφόσον παραμένουν αναλλοίωτα τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά όρια των δύο δικών.
Από την άλλη δε πλευρά, και σε αντιστοιχία προς τη θετική λειτουργία του δεδικασμένου, οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά της ως άνω διαδικασία αναπτύσσουν ενέργεια, αφού με την έκδοση τους δημιουργείται δεσμευτικότητα που επιβάλλει σε όλους να δεχτούν ως αληθές το γεγονός που βεβαιώνεται με την απόφαση ή τη διάπλαση της έννομης σχέσης που επήλθε, ο δε έλεγχος μπορεί να επιδιωχθεί μόνο με ένδικα μέσα[4].
Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Βασίλη Αντ. Βαθροκοκοίλη, ερμηνευτική ανάλυση, Τόμος Δ’
[2] Βλ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Βασίλη Αντ. Βαθροκοκοίλη, ερμηνευτική ανάλυση, Τόμος Δ’
[3] ΑΠ 795/1979
[4] Βλ. Δ. Κονδύλη, το δεδικασμένο, εκδ. 1983, σελ. 48