Η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, άρθρο 229 ΠΚ
Σύμφωνα με το άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019) προβλέπεται ότι «1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. 3. Το δικαστήριο με αίτηση του παθόντος μπορεί να του επιτρέψει να δημοσιεύσει την απόφαση με έξοδα του καταδικασθέντος. Το δικαίωμα αυτό παύει να υπάρχει αν η δημοσίευση δεν γίνει μέσα σε έξι μήνες από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο».
Το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως τίθεται προς προάσπιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και από την πράξη αυτή προσβάλλεται και η τιμή του προσώπου που ψευδώς καταμηνύεται (Κωσταράς, ΣυστΕρμΠΚ, άρθρο 229, αρ. 1). Αποτελεί κοινό έγκλημα με υποκείμενο τέλεσης του εγκλήματος οποιονδήποτε, εκτός από τον καταμηνυόμενο. Συνιστά έγκλημα αφηρημένης ειδικής διακινδύνευσης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και απαιτείται να διαπιστώνεται η δυνατότητα πρόκλησης ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης. Επιπρόσθετα, αποτελεί έγκλημα ενέργειας, καθώς η ψευδή καταμήνυση μπορεί να τελεστεί μόνο με ενέργεια και όχι με παράλειψη, η οποία δεν αρκεί για την κατάφαση του αξιοποίνου (Μαργαρίτης, 177 Κωσταράς, ΣυστΕρμΠΚ, άρθρο 227, αρ.7), ενώ θεωρείται έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, αφού οι περισσότεροι τρόποι τέλεσης της παρ. 1 και της παρ. 2 μπορούν να εναλλάσσονται μεταξύ τους, χωρίς να τελεί ο δράστης περισσότερα εγκλήματα, αλλά μόνον ένα.
Όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι η στοιχειοθέτηση αυτού απαιτεί η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχική κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της (ΑΠ 1142/2012 ΠοινΧρ 2013, 451, ΑΠ 1089/2007 ΠοινΧρ 2008, 326). Η αξιόποινη πράξη πρέπει να φέρει τα στοιχεία του άρθρου 14 ΠΚ, ώστε να παρέχεται εύλογη αφορμή για ποινική δίωξη. Επιπρόσθετα, η καταμηνυθείσα πράξη πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδής είτε καθ’ολοκληρία είτε και μερικά μόνον, εφόσον δεν πρόκειται για απλή υπερβολή (Συμβ ΑΠ 409/ 1980 ΠοινΧρ 1980,581). Αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, καθώς είναι απαραίτητο η τέλεση της πράξης να είναι εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου της καταμήνυσης (ΑΠ 130/1978 ΠοινΧρ 1978,428). Στην καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο άμεσος δόλος, δηλαδή η γνώση του δράστη ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση αναιρείται λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Σύμφωνα με την υπ’αριθμ. 468/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΠΟΙΝ) ορίζεται ότι: «από την ως άνω διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση το δε περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης είναι ψευδές». Επίσης, σύμφωνα με την υπ’αριθμό 77/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΠΟΙΝ) προβλέπεται ότι: «κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Ήδη για την πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη». Συνεπώς, με την ισχύουσα ποινική νομοθεσία, (νόμος 4619/2019) η οποία τίθεται σε ισχύ από 1.7.2019, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη, ενώ παραμένει ως έχει η ανάγκη γνώσης από την πλευρά του μηνύσαντος του ψευδούς του περιεχομένου της μήνυσης, ήτοι ο άμεσος δόλος.
Χαρά Ζούκα, Δικηγόρος,
info@efotopoulou.gr