Η έννοια του συμφέροντος του τέκνου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειάς του σε έναν από του δύο γονείς – Ο ιδιαίτερος δεσμός του τέκνου με τον έναν από αυτούς – Δεν υπάρχει υποχρέωση παράθεσης στην απόφαση της γνώμης του τέκνου
Από τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαζεύξει ευρισκόμενους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσεως το γενικό συμφέρον και μόνον του ανήλικου τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και ηθικό. Το συμφέρον, δηλαδή, του ανηλίκου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του αξιολογούνται όλα τα επωφελή για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, αποτελεί, δε, αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το Δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το Δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το Δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει, δε, να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως.
Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβιώσεως, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό, δε, ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας – επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της εκτάσεως και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς[1].
Στη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας, δεν θα πρέπει να επιδρά αυτοτελώς κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κ.λπ., ενώ η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχα, κατά νόμο, στοιχεία για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μέριμνάς του σε έναν από τους γονείς του μετά τη νηπιακή ηλικία του, καθότι έκτοτε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου, ενώ συνεκτιμάται αυτή, κατά τη νηπιακή ηλικία του τέκνου, με τους υπόλοιπους παράγοντες, που εξασφαλίζουν την ομαλή σωματική και ψυχοπνευματική του ανάπτυξη.
Στο σημείο αυτό, δέον να σημειωθεί ότι για τη λήψη της σχετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν του και τους με ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες μέχρι τότε δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του (και τους αδελφούς του), τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του αναπτύξεως, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον. Πράγματι, η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το Δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του, είναι ένας παράγοντας ιδιαιτέρως και ουσιωδώς σημαντικός για την ανάθεση της γονικής μέριμνας του ανήλικου παιδιού. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως, ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, υπό την αυτονόητη, φυσικά, προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 και 681Γ παρ. 3 εδ. α’ και 4 εδ. α’ , δ’ και ε’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου, επί διαζευγμένων συζύγων, να ρυθμίσει την, αποτελούσα, κατά το άρθρο 1510 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ, περιεχόμενο της γονικής μέριμνας, επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους, πρέπει, να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του, δε, αυτή προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ. Μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητά του. Η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας αυτής χωρίς και να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το Δικαστήριο αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται. Υποχρέωση παραθέσεως της γνώμης του ανηλίκου στην απόφαση δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 3 ΑΚ, πράγμα, άλλωστε, εύλογο, δεδομένου ότι η παράθεση αυτή (λαμβανομένης υπ’ όψη της υφής των εκδικαζομένων υποθέσεων αλλά και των ευαισθησιών και των αποστάσεων που πρέπει να τηρούνται ιδίως όταν το τέκνο βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία) είναι βέβαιο ότι θα οξύνει έτι περαιτέρω τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις των διαδίκων γονέων, προκαλώντας εξ αντανακλάσεως βλάβη στο συμφέρον του ίδιου του τέκνου[2].
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 1736/2007, ΑΠ 1316/2009
[2] βλ. ΑΠ 1316/2009, ΕφΔωδ 31/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ