Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή κατά τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (ν. 3418/2005)
Αναφορικά με την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ο κώδικας ιατρικής δεοντολογίας προβλέπει ρητά στο άρθρο 30 αυτού ότι: «1. Ο ιατρός οφείλει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με το θέμα της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της αντισύλληψης. 2. Ο ιατρός συζητά, ενημερώνει για τις θετικές και αρνητικές συνέπειες και ενθαρρύνει την προσφυγή στις μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ιατρικής αδυναμίας απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο ή προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση σοβαρής ασθένειας στο παιδί. Η εφαρμογή των μεθόδων αυτών διέπεται από το σεβασμό στην προσωπικότητα του ανθρώπου και την ελεύθερη και σοβαρή βούλησή του, όπως αυτή σχηματίζεται μετά από πλήρη και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός απέχει από κάθε επιχείρηση ή προσπάθεια βιομηχανοποίησης της διαδικασίας της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. 3. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο έμβρυο, η οποία γίνεται στο πλαίσιο εφαρμογής των μεθόδων ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις για την προστασία της γενετικής ταυτότητας και την απαγόρευση τροποποιήσεων του ανθρώπινου γονιδιώματος, που είναι δυνατόν να μεταβιβασθούν στην επόμενη γενεά. 4. Η κλωνοποίηση ως μέθοδος αναπαραγωγής ανθρώπου απαγορεύεται. 5. Ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής».
Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή συνιστά ιατρική πράξη, η οποία διενεργείται με τη βούληση του ασθενούς. Το κοινό σημείο σε όλες τις μη θεραπευτικές πράξεις είναι ότι η βλάβη του σώματος ή της υγείας που συνεπάγονται δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί, όπως σε άλλες ιατρικές παρεμβάσεις, ενόψει του θεραπευτικού σκοπού ή της αναγκαιότητάς τους.[1]Το μόνο στοιχείο από το οποίο οι μη θεραπευτικές ιατρικές πράξεις μπορούν ενδεχομένως να αντλήσουν τη νομιμοποίησή τους είναι η έγκυρη συναίνεση του ασθενούς.
Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή προβλέπεται σε ειδική νομοθετική ρύθμιση, βάσει του νόμου 3089/2002 και ιδίως τα άρθρα 1455-1465,1471,1475, 1478,1479 ΑΚ. Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 1455 ΑΚ, προβλέπεται ότι: «η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή (τεχνητή γονιμοποίηση) επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η υποβοήθηση αυτή επιτρέπεται μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου. Η ανθρώπινη αναπαραγωγή με τη μέθοδο της κλωνοποίησης απαγορεύεται. Επιλογή του φύλου του τέκνου δεν είναι επιτρεπτή, εκτός αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο».
Εκ των ως άνω προκύπτει ότι η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή στοχεύει στη ψυχική και συναισθηματική ισορροπία και την επάρκεια του ατόμου να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις λειτουργίες της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του.[2] Ο ιατρός οφείλει να ενημερώνει το άτομο που επιθυμεί την ιατρική αυτή πράξη σχετικά με κάθε χρήσιμη πληροφορία επί της διαδικασίας αυτής, σεβόμενος πάντοτε την αξιοπρέπεια του ατόμου, την προσωπικότητά του και την ιδιωτικότητά του. Το ευαίσθητο της διαδικασίας αυτής και η ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασία πράξη προβλέπεται και στο άρθρο 11 παρ.3 του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας, σύμφωνα με το οποίο: «3. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβάλεται κατά την ενημέρωση που αφορά σε ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις».
Χαρά Ζούκα, Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Αστική Ιατρική Ευθύνη, Κατερίνα Φουντεδάκη, σελ. 247, Εκδ. Σάκκουλα, 2003
[2] Κατερίνα Φουντεδάκη, όπως και ως άνω, σελ. 248.