Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων ανακοπής κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ και το απαράδεκτο μεταγενέστερης προβολής τους – Αδύνατη η μεταγενέστερη προβολή και επί αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας χρέους

Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 KΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 4055/2012, «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Με την παραπάνω διάταξη καθιερώθηκε για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ το σύστημα συγκέντρωσης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την άσκησή της γεννημένοι λόγοι ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή, αλλά υποχρεωτικά σταδιακή. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη η οποία αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εντεύθεν στην ασφάλεια των συναλλαγών, θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται στη συνέχεια με νέα ανακοπή προς ακύρωση, άλλης, επόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης από αυτή κατά της οποίας είχε ασκηθεί η προηγούμενη ανακοπή. Ειδικότερα, για την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει εάν αυτή εκκρεμεί ή περατώθηκε τελεσίδικα (ΕΑ 2202/1990 Δ 1991, 523 ΕφΠειρ 720/2022 efeteio-peir.gr., ΕφΠειρ 740/2022 ΕπιθΑκινήτων 2023, 480),  β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν.  Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η  δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει. Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη  προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς (ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996, σελ. 644). Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΟλΑΠ 10/1993, Δ 1994, 562, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1284/2008, ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία, που είχε επικρατήσει μέχρι την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, το ως άνω απαράδεκτο ανέκυπτε, όταν επρόκειτο για μεταγενέστερη προβολή λόγων ακύρωσης της ίδιας πράξης εκτέλεσης. Μετά όμως την αντικατάσταση της ως άνω διάταξης με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, κατέστη ήδη υποχρεωτική η σώρευση στο δικόγραφο της ανακοπής όχι μόνο των γεννημένων κατά την άσκησή της λόγων που αφορούν στην προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη εκτέλεσης, αλλά και επιπρόσθετα και όλων των γεννημένων λόγων που αφορούν σε όσες άλλες πράξεις εκτέλεσης προηγήθηκαν, ανεξάρτητα δηλαδή αν προσβάλλεται με την ανακοπή η ίδια ή άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας (ΕφΑθ 1724/2023, ΕφΑθ 2472/2022, ΕφΑιγ 1/2020 ΤΝΠ Νόμος), δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο,  βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Δεν εφαρμόζεται, όταν  η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/2001, ΜονΕφΠειρ 473/2024 και ΜονΕφΠειρ 512/2024 στην efeteio-peir.gr, ΕφΑθ 3124/2024, ΕφΚρ 182/2024, ΕφΑθ 1724/2023,  ΕφΚρητ 127/2023, ΕφΑθ 2472/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ Νόμος,  ΕφΠειρ 330/2024, ΕφΠειρ 740/2022 στην efeteio-peir.gr, Μάζης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935  αρ.2, 3 σελ. 247επ., Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223). Περαιτέρω, η έλλειψη νομιμοποίησης του δανειστή, ο οποίος επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση, ως λόγος ανακοπής αποτελεί ελάττωμα της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από την ίδια την έναρξή της, ώστε προτείνεται εμπροθέσμως με ανακοπή εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1α’ ΚΠολΔ (βλ. Αντώνη Βαθρακοκοίλη, Η έναρξη της εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ, έκδοση 2023, σελ. 120, 121 που παραπέμπει υπό το προϊσχύον δίκαιο ΑΠ 949/2021 sakkoulas-online, ΑΠ 407/2001, ΕλλΔνη 2001, σελ. 1576). Ζήτημα ανακύπτει ως προς το εάν το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ καταλαμβάνει και την ανακοπή κατά της εκτέλεσης που επισπεύδεται με νέα επιταγή προς πληρωμή, λόγω αδράνειας της αρχικώς κοινοποιηθείσας, μετά την παρέλευση έτους από την επίδοσή της επιταγής, σε περίπτωση που στο παρελθόν έχει ασκηθεί ανακοπή μόνο κατά της προγενέστερης αποδυναμωθείσας επιταγής προς πληρωμή, αλλά όχι και κατά της νεότερης επιταγής προς πληρωμή που ήδη στηρίζει την αναγκαστική εκτέλεση. Κατά την άποψη που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, η επισπευδόμενη με νεότερη επιταγή προς πληρωμή εκτέλεση συνιστά νέα αυτοτελή εκτελεστική διαδικασία, ως προς την οποία θα πρέπει να κρίνεται η αρχή της συγκέντρωσης ανεξάρτητα από την προηγηθείσα επιταγή, η οποία κατ’ άρθρο 926 παρ.2 ΚΠολΔ έχει αποδυναμωθεί και δεν μπορεί να στηρίξει η ίδια τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα πρώτη ανακοπή κατά της εκτέλεσης να θεωρείται αυτή που ασκείται κατά της νεότερης επιταγής ή άλλης πράξης μεταγενέστερης αυτής (βλ. ΕφΑθ 496/2020 στην ΤΝΠ Νόμος, αντίθετες οι ΜονΕφΑνΚρ 181/2020 στην ΤΝΠ QUALEX και ΕφΑιγ 23/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. σχετικά με τις αντίθετες απόψεις Αντώνη Βαθρακοκοίλη, Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, έκδοση 2022, σελ. 255, 256).

Σύμφωνα με την ερμηνεία που είχε επικρατήσει πριν την τροποποίηση του άρθρου 935 ΚΠολΔ με το άρθρο 19 παρ.2 του Ν.4055/2012 το απαράδεκτο του άρθρου 935 μπορούσε να λειτουργήσει μόνο όταν πρόκειται για μεταγενέστερη δίκη όπου κρινόταν το ζήτημα της εγκυρότητας της ίδιας πράξεως εκτελέσεως. Αντίθετα, δεν υπήρχε απαράδεκτο των λόγων της ανακοπής όταν αυτοί έβαλλαν κατά μεταγενέστερων πράξεων εκτελέσεως, εάν οι λόγοι ανακοπής επιδρούσαν ακυρωτικά και σε αυτές, και εάν βέβαια υπήρχε προθεσμία για την άσκηση της μεταγενέστερης ανακοπής (βλ. ΜΠρΡοδ 21/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΘεσ 26449/2002 ΑρχΝ 2005.805, ΜΠρΑΘ 4998/1975 Αρμ Λ` 325, I. Μπρίνιας, ό.π., άρθ.935, αρ.173, σελ.481, αντίθετα ΑΠ 242/2001 ΕλλΔνη 2001.1575, ΙΥΙΠρΠειρ 2437/2005 ΧρΙΔ 2005.739, Μπέης, Παρατηρήσεις Δ 25.652). Εν τέλει το άρθρο 19 παρ.2 του Ν.4055/2012 αντικατέστησε το άρθρο 935 και πρόσδωσε στο σχετικό κανόνα διατύπωση που υποδηλώνει ρητά ότι το απαράδεκτο ισχύει ανεξάρτητα από το αν προσβάλλεται με την ανακοπή η ίδια ή άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας (βλ. Π. Γέσιου – Φαλτσή, ό.π., σελ.761, Α. Παπαδοπούλου, ό.π., σελ.223 επ., 226 επ., Ν. Νικάς, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τομ.ί, Γενικό Μέρος, έκδ.2017, σελ.652). Συνεπώς, αφορά είτε σε νέα ακυρωτική ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν η νέα ανακοπή ασκείται μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 (βλ. ΕφΑΘ 2234/1992 ΕλλΔνη 1995.672, ΕφΑΘ 9705/1988 ΕλλΔνη 1991.999, ΕφΑΘ 4586/1984 ΕΕΝ 51.594), είτε σε οποιαδήποτε άλλη αγωγή, π.χ. αρνητική αναγνωριστική αγωγή περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας της αξίωσης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύσθηκε η εναντίον του εκτέλεση (βλ. ΕφΑΘ 9705/1988 ΕλλΔνη 1991.999, ΕφΑΘ 2642/1974 ΝοΒ 1975.54) ή η δίκη της ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1083/1994 ΕλλΔνη 1996.113), ή αγωγή αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΕφΑΘ 4586/1984 ΕΕΝ 1984.594), όπου μπορεί παρεμπιπτόντως να τεθεί το θέμα του κύρους της πράξης εκτέλεσης.

Ειδικά επί του θέματος της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας χρέους, γίνεται δεκτό ότι σ’ αυτή δεν μπορούν να προβληθούν λόγοι που συνάπτονται με το κύρος ορισμένης πράξεως εκτέλεσης για ελαττώματα αναφερόμενα στη γένεση, άσκηση ή απόσβεση της αξίωσης για την οποία επισπεύσθηκε εκτέλεση, που είχε ήδη προσβληθεί με ανακοπή, η βάση της οποίας αναγόταν στα ίδια ελαττώματα. Δεν μπορούν με αγωγή κατά την τακτική διαδικασία να εισαχθούν λόγοι που   συνάπτονται  και  σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο του κύρους ορισμένης πράξεως της  εκτελεστικής  διαδικασίας,  εφόσον  έχει  ασκηθεί  ανακοπή εναντίον   της   εκτέλεσης  και  η  οποία  ανακοπή,  καθόσον  αφορά  το οποιασδήποτε φύσεως  ελάττωμα  της  απαίτησης,  υπέρ  της  οποίας  έχει αρχίσει  η  εκτέλεση, είτε αυτά ανάγονται στη γένεση, είτε στην άσκηση, είτε στην απόσβεση αυτής είναι παραδεκτή κατά  το  άρθρο  934  παρ.   1 περίπτ.   β ΚΠολΔ έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως (ΕφΑθ 2642/1974 ΝοΒ 23 σελ. 54). [ΕφΑθ 9705/1988, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 935 σελ. 1794]

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί