Ελαττώματα περιγραφής ακινήτου στην κατασχετήρια έκθεση
Όπως έχει κριθεί παγίως νομολογιακώς, με την διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4α ΚΠολΔ, η οποία ορίζει «4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.», προβλέπεται ειδικό ένδικο βοήθημα, το οποίο αποσκοπεί στην ταχεία και χωρίς τον κίνδυνο ακύρωσης πράξεων της εκτέλεσης ή ματαίωσης του πλειστηριασμού διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, εκτός αν αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με διόρθωση, παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης. Όπως αποδεικνύεται κατωτέρω από τα σχετικά νομολογιακά αποσπάσματα, οι ανακριβείς περιγραφές του ακινήτου της κατασχετήριας έκθεσης, όπως επί παραδείγματι τα ανακριβή τετραγωνικά μέτρα ή ο ορθός χαρακτηρισμός, υπάγονται στις περιπτώσεις διόρθωσης του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και δεν κρίνονται τέτοιας σπουδαιότητας ώστε να δικαιολογήσουν την ακύρωση του πλειστηριασμού δυνάμει του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Παρατίθενται τα σχετικά νομολογιακά αποσπάσματα:
147/2025 Εφετείο Πειραιά (NOMOS)
«Από τις διατάξεις του άρθρου 954 παρ. 2 KΠολΔ, οι οποίες, με βάση το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α 5 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατάσχεση ακινήτου, προκύπτει ότι η κατασχετήρια έκθεση πρέπει -εκτός άλλων στοιχείων- να περιέχει ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ κατά το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. β’ KΠολΔ, «το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η κατασχετήρια έκθεση απαιτείται να περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για την ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την τοπική και οικονομική του ταυτότητα. Η ατελής περιγραφή στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια ως προς οποιοδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ. 2 εδ, β’ KΠολΔ (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον προκαλεί αμφιβολία για την ταυτότητα του κατασχεμένου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της έκθεσης, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, όταν δηλαδή η παράβαση της διάταξης προκάλεσε στον καθ’ ου η εκτέλεση (δικονομική ή και περιουσιακή) βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 KΠολΔ (ΑΠ 1898/2011, ΑΠ 1687/2005 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 εδ. α KΠολΔ, η οποία ορίζει ότι «ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς», προβλέπεται ειδικό ένδικο βοήθημα, το οποίο αποσκοπεί στην ταχεία και χωρίς τον κίνδυνο ακύρωσης πράξεων της εκτέλεσης ή ματαίωσης του πλειστηριασμού διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, εκτός εάν αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με διόρθωση, παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας μετά από ανακοπή του άρθρου 933 KΠολΔ με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (ΑΠ 1687/2005 ό.π., Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα – Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη, Ερμηνεία KΠολΔ, 2η έκδοση, 2021, άρθρο 954, αριθ. 3, σελ. 360). Από τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης, με την οποία γίνεται παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 933 KΠολΔ μόνο για τον προσδιορισμό της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου για την εκδίκαση της ανακοπής, συνάγεται ότι η ανακοπή αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933 KΠολΔ, διότι δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων της εκτέλεσης, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατάσχεσης και, συνεπώς, η τελευταία (εκ του άρθρου 933) μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτής, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της, δηλαδή στην περίπτωση της ατελούς περιγραφής του κατασχεμένου ακινήτου, με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, το οποίο πρέπει να επικαλεσθεί ο ανακόπτων (ΑΠ 1497/2003 ΝΟΜΟΣ).Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής ο εκκαλών επαναφέρει τον τέταρτο λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση πάσχει από ακυρότητα, για τον λόγο ότι: α) δεν αναφέρεται ότι πριν έξι χρόνια έλαβε χώρα εκτεταμένη ανακαίνιση τόσο της οικοσκευής όσο και των εν γένει εσωτερικών και των εξωτερικών χώρων των ακινήτων, β) δεν αναφέρεται το έτος ανέγερσης και βάση ποιας οικοδομικής άδειας ανεγέρθηκαν τα ακίνητα, γ) δεν περιγράφεται κατ’ έκταση η ανήκουσα στο δώμα ευρισκόμενη αποθήκη, όλα δε τα ανωτέρω επηρεάζουν και την αξία των ακινήτων, δ) η εμπορική αξία των ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 250.000,00 ευρώ και όχι στο ποσό των 115.000 ευρώ για το διαμέρισμα και στο ποσό των 6.000,00 ευρώ για την αποθήκη που τα εκτίμησε ο πιστοποιημένος εκτιμητής της καθ’ ης. Ο λόγος, όμως, αυτός τυγχάνει μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, δεν συνιστούν λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρές πλημμέλειες ως προς την περιγραφή που να δημιουργούν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των κατασχεμένων. Σε κάθε δε περίπτωση οι ανωτέρω ατέλειες δεν δύνανται και να δημιουργήσουν αμφιβολίες και ως προς την πραγματική ταυτότητα των κατασχεθέντων ακινήτων, αφού αυτά, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ίδια την ανακοπή, βρίσκονται σε περιοχή που λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο, έχουν δηλωθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά και τους έχει αποδοθεί ΚΑΕΚ, έτσι ώστε εκ του τελευταίου να προσδιορίζεται αυτόματα και πέραν πάσης αμφιβολίας η ταυτότητά τους.»
97/2021 Εφετείο Αιγαίου
«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 954 παρ. 2 και 993 παρ. 2 KΠολΔ προκύπτει ότι η κατασχετήρια έκθεση ακινήτου πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 KΠολΔ, και ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέταιαμφιβολία για την ταυτότητα του. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μην χωρείαμφιβολία για την ταυτότητα του. Η περιγραφή δεν απαιτείται να είναι σχολαστική, πρέπει όμως να είναι τέτοια, ώστε να προκύπτει όχι μόνο η τοπική, αλλά και η οικονομική ταυτότητα αυτού (ΑΠ 1074/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 954 KΠολΔ, επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ενώπιον του κατ` άρθρο 933 αρμοδίου Δικαστηρίου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα τη διόρθωση της έκθεσης ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή της πρώτης προσφοράς. Ατέλειες ή πλημμέλειες ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση της αξίας αυτού ή την τιμή πρώτης προσφοράς δεν δικαιολογούν καταρχήν την υποβολή αιτήματος ακύρωσης της έκθεσης κατάσχεσης. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο με την παράλληλη επίκληση εκ μέρους του αιτούντος πρόκλησης δικονομικής ή περιουσιακής βλάβης, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 παρ.3 KΠολΔ), συγχωρείται η άσκηση της κατ’ άρθρο 933 KΠολΔ ακυρωτικής ανακοπής, εφόσον υπάρχουν ιδιαίτερα σοβαρές ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση δυνάμει της κατ’ άρθρο 954 παρ. 4 διορθωτικής ανακοπής (X. Απαλαγάκη, Ερμηνεία KΠολΔ κατ’ άρθρο, 2011, υπό άρθρο 954, σελ. 1891), όπως π.χ. σε περίπτωση έλλειψης σύμπραξης ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα (ΑΠ 1687/2005, ΄Α δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς ή η ατελής ή ανακριβής περιγραφή στην έκθεση κατάσχεσης του ακινήτου με τα συστατικά του ή με τα κατασχεθέντα παραρτήματα δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. KΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της έκθεσης.Προκύπτει λοιπόν, ότι η ανακοπή αυτή του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933 KΠολΔ, διότι δεν προσβάλει το κύρος των πράξεων της εκτέλεσης, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατάσχεσης και συνεπώς η τελευταία (η του άρθρου 933 KΠολΔ ανακοπή) μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτής, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της, δηλαδή στην περίπτωση της ατελούς περιγραφής του κατασχεμένου ακινήτου, με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ανακόπτων (Εφ. Αθ. 3738/2011, ΄Α δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ατελής περιγραφή του ακινήτου μπορεί όμως, να επηρεάσει το κύρος της κατάσχεσης αυτού, εφόσον τα ελαττώματα αυτά επιδρούν επί της τοπικής ή οικονομικής ταύτισης του κατασχεθέντος ή εγκυμονούν κίνδυνο βλάβης του προτείνοντος την ακυρότητα. Μια τέτοια όμως δικονομική βλάβη δεν μπορεί να είναι νοητή στην περίπτωση θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση αυτών από το Δικαστήριο, κατόπιν άσκησης της από το άρθρο 954 παρ. 4 KΠολΔ ανακοπής. Με τον εκτιμώμενο ως τρίτο λόγο ανακοπής, ο εφεσίβλητος (ανακόπτων) ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα το κατασχεθέν ακίνητο ιδιοκτησίας του, και συγκεκριμένα α) δεν περιγράφεται αναλυτικά η θέση αυτού, καθώς, ως τοποθεσία του ακινήτου αναφέρεται η θέση «..» .. Δήμου Μυκόνου επί αγροτικής οδού και αγροτικής ρίμνης, καίτοι σχεδόν όλα τα ακίνητα της περιοχής βρίσκονται επί αγροτικής οδού και το χωριό είναι κτισμένο περιμετρικά της ρίμνης και β) δεν προσδιορίζεται η οικονομική ταυτότητα αυτού, καθώς αναφέρεται ως κατοικία (μισό σπίτι) που βρίσκεται αριστερά από τον κοινόχρηστο διάδρομο και είναι ισόγεια. Συνεπώς, εφόσον παρεισφρύουν τα ανωτέρω σφάλματα, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι υφίσταται βλάβη, καθώς λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η οικονομική ταυτότητα του ακινήτου του, είναι αμφίβολο εάν θα προσέλθουν ενδιαφερόμενοι υπερθεματιστές στον πλειστηριασμό που επισπεύδεται επί τη βάσει της ανακοπτόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, με αποτέλεσμα αυτή να τυγχάνει άκυρη. Ο λόγος αυτός ανακοπής, που προβάλλεται παραδεκτά, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα ελλείψεις στην περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου του, είναι επιδεκτικές διόρθωσης, με αποτέλεσμα να αποτελούν αντικείμενο μόνο της ειδικής διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ και όχι λόγο της ακυρωτικής ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ, κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.»
7541/2003 Εφετείο Αθηνών (NOMOS)
«Και ο λόγος αυτός της ανακοπής αφορά κατ’ αρχήν την καθορισθείσα αξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου με την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και συνεπώς απαράδεκτος προβάλλεται με την παρούσα ανακοπή, με την οποία πλήπεται η εγκυρότητα του πλειστηριασμού ως τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, κατά το άρθ. 934 § 1 γ` KΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής. Και τούτο διότι η τήρηση της διάταξης του άρθ. 993 § 2 εδ; τελευταίο KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου στην έκθεση κατάσχεσης δεν μπορεί να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας, δεν έχει ταχθεί με ποινή ακυρότητας και συνεπώς παράλειψη συμμόρφωσης προς αυτή δεν επιφέρει ακυρότητα της έκθεσης κατάσχεσης και πολύ περισσότερο του πλειστηριασμού, σλλά δικαιολογεί την υποβολή αίτησης διόρθωσης της έκθεσης κατά το άρθ. 954 § 4 KΠολΔ (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη KΠολΔ άρθ. 993 περιπτ. 15 Τομ. ΣΤ σελ. 185, Κεραμέα – Κονδύλη -Νίκα Ερμ. Κωδ. Πολ. Δικ. Τομ. II άρθ. 993 § 5 σελ. 1932).»
80/2018 Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας (NOMOS)
«Κατά τα άρθρα 954 παρ. 2, 992, και 993 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατάσχεσης, ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με συστατικά του και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την τοπική και οικονομική του ταυτότητα, β) αναφορά της ημέρας και του τόπου του πλειστηριασμού, γ) μνεία της εκτίμησης του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας και της τιμής πρώτης προσφοράς και δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγήςπου επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση. Ειδικότερα, όσον αφορά την περιγραφή του κατασχεμένου γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω περιγραφή τον ακινήτου δεν απαιτείται να είναι σχολαστική, αρκεί να προκύπτει από αυτήν η τοπική και οικονομική του ταυτότητα, στη συνοπτική του δηλαδή περιγραφή να υπάρχει ευκρινής προσδιορισμός του περιεχομένου του μέλλοντος να πλειστηριασθεί, αντικειμένου και να μη δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις στους πλειοδότες, οι οποίες ενδέχεται να τους οδηγήσουν σε μειωμένες,κατά το ποσό πλειοδοσίες (ΑΠ 635/1992 ΕλλΔνη 35. 86, ΕφΑΘ 459/1993 ΝοΒ 42. 206). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης επιφέρει ακυρότητα: 1) εάν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, 2) εάν για την παράβαση αυτήν επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση και 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, η κατά τα παραπάνω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ή η λανθασμένη αναγραφή του τόπου του πλειστηριασμού επιφέρει ακυρότητα, μόνον εάν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας, καθόσον η ως άνω παράβαση δεν έχει ταχθεί με την ποινή ακυρότητας στις παραπάνω διατάξεις, ούτε επιτρέπεται γι` αυτήν αναίρεση ή αναψηλάφηση (ΑΠ 314/2000 Νόμος). Συνεπώς, πλημμέλειες αναγόμενες στην περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού ή του τόπου πλειστηριασμού, όπως και κάθε έλλειψης της έκθεσης κατάσχεσης δικαιολογούν την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία είναι ιδιώνυμη ανακοπή, που προσομοιάζει με αίτηση για τη λήψη ρυθμιστικού μέτρου της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού δεν προσβάλλεται το κύρος της κατάσχεσης. Μόνο, με άλλα λόγια, όταν η πλημμέλεια της περιγραφής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλή διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης, είναι δηλαδή ιδιαίτερα σοβαρή και προκαλεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου, προκαλείται ακυρότητα της κατάσχεσης, η οποία κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και εφόσον συντρέχει αναπότρεπτη άλλως βλάβη (ΑΠ 1497/2003 Νόμος, ΑΠ 433/2002 Δίκη 2003. 248, Νίκας, ΔικΑναγκΕκτ II – Ειδ.Μερ. § 43.11.2 αριθ. 31, σελ. 227). Αν, όμως, τέτοια (δικονομική) βλάβη δεν μπορεί να είναι νοητή, διότι υπάρχει δυνατότητα επαρκούς θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν θα μπορεί να ευδοκιμήσει (Γέσιου – Φαλτσή, ΔικΑναγκΕκτ II – ΕιδΜερ, § 54.ΙΙΙ.2.γ αριθ. 75, σελ. 214).
[…]
Ο ανακόπτων διατείνεται με την ένδικη ανακοπή του, […] ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι η περιγραφή του ακινήτου στις ως άνω εκθέσεις είναι ελλιπής, καθόσον η συνολική επιφάνεια του ακινήτου είναι 180,5 τ.μ., εκ των οποίων 153,63 τ.μ. είναι το ισόγειο και 26,88 τ.μ. η σοφίτα, που διαθέτει 55,42 τ.μ. ημιυπαίθριους χώρους, ενώ το υπόγειο είναι συνολικής επιφάνειας 202,97 τ.μ. Επιπλέον, δε στις ως άνω εκθέσεις παραλείπεται να αναφερθεί ότι στην ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη είναι τοποθετημένα φωτοβολταϊκά συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, 10 KWH, τα οποία είναι εμφανή εξωτερικά. […] η κατασχεθείσα οικία διαθέτει και ένα ακόμη όροφο (σοφίτα), εμβαδού σύμφωνα με την από 08.01.2016 βεβαίωση της αρχιτέκτονος μηχανικού, …, 26,88 τ.μ., η οποία διαθέτει 55,42 τ.μ ημιυπαίθριους χώρους. Ο υπερυψωμένος αυτός χώρος (σοφίτα) είναι εμφανής στις προσκομιζόμενες από τον ανακόπτοντα φωτογραφίες. Ο όροφος αυτός δεν έχει νομιμοποιηθεί στην αρμόδια πολεοδομία, για το λόγο δε αυτό και δεν περιλαμβάνεται στον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης, δηλαδή το με αριθμό …../05.05.2009 συμβόλαιο γονικής παροχής. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε με μόνη την ως άνω βεβαίωση ότι ο ισόγειος χώρος είναι εμβαδού 153.63 τ.μ. και το υπόγειο 202,97 τ.μ., εφόσον αναιρείται από τον τίτλο κτήσης κατά τον οποίο οι ως άνω χώροιφέροντ αι να έχουν εμβαδόν 144,14 τ.μ. και 202,23 τ.μ. αντίστοιχα, το οποίο, ως δημόσιο έγγραφο, κρίνεται περισσότερο αξιόπιστο από το προαναφερθέν ιδιωτικό έγγραφο.
[…]
η πλημμέλεια αυτή της περιγραφής του κατασχεθέντος ακινήτου δεν κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρή ούτε δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου, που να προκαλεί ακυρότητα της κατάσχεσης, κατ’ άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ».
10452/2020 Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (NOMOS)
«[…]
Συνεπώς, πλημμέλειες αναγόμενες στην περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, όπως και κάθε έλλειψη της έκθεσης κατάσχεσης, δικαιολογούν την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ, η οποία είναι ιδιώνυμη ανακοπή, που προσομοιάζει με αίτηση για τη λήψη ρυθμιστικού μέτρου της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού δεν προσβάλλεται το κύρος της κατάσχεσης. Έτσι, ο οφειλέτης δεν έχει, παράλληλα με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ, δυνατότητα ν’ ασκήσει και την ανακοπή του άρθρου 933, επιδιώκοντας την ακύρωση της έκθεσης κατάσχεσης λόγω των προαναφερθεισών πλημμελειών, διότι ο νομοθέτης, διευρύνοντας το αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954 με την προσθήκη ως λόγων διόρθωσης όχι μόνον της ατελούς περιγραφής, αλλά και κάθε είδους άλλη ατέλειας ή παράλειψης της κατασχετήριας έκθεσης, όπως και της εκτίμησης του κατασχεθέντος και της τιμής πρώτης προσφοράς του, σκόπευε για λόγους επιτάχυνσης της εκτελεστικής διαδικασίας στο στάδιο της κατάσχεσης, να καταργήσει μερικώς το δυνατό περιεχόμενο των λόγων της κατά το άρθρο 933 ανακοπής : εκείνων ακριβώς που αναφέρονται στο άρθρο 954 παρ. 4 και να περιορίσει τη δυνατότητα άσκησης της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ με παράλληλη επίκληση ακυρότητας λόγω πρόκλησης δικονομικής ή περιουσιακής βλάβης (άρθρο 159 παρ. 3 KΠολΔ), μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που προτείνονται ελλείψεις της έκθεσης κατάσχεσης ιδιαίτερα σοβαρές (όπως λ.χ. έλλειψη σύμπραξης ή υπογραφής της έκθεσης από τον κατά νόμο απαιτούμενο μάρτυρα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 3), που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση μέσω της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ. Εξάλλου, δικονομική βλάβη δεν μπορεί να είναι νοητή στην περίπτωση δυνατότητας θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση αυτών από το Δικαστήριο κατόπιν άσκησης της από το άρθρο 954 παρ. 4 KΠολΔ ανακοπής (Απαλαγάκη, KΠολΔ, 2016, σελ. 2527, Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, 2018, ΙΙα, σελ. 238 επ., ΑΠ 1687/2005, ΕλΔ 2008.1031, ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239, ΜονΠρΘεσ 9843/2019, αδημ. ΜονΠρΘεσ 5309/2017, δημ. Νόμος, ΜονΠρΘεσ 48223/2007, Αρμεν 2008. 1085). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση είναι ακυρωτέα ως αόριστη, για το λόγο ότι α) αναφέρεται ότι η έκταση του ακινήτου είναι 3427 τμ, ενώ κατά την κτηματολογική βάση 4325 τμ, β) δεν αναφέρεται η ύπαρξη πραγματικής δουλείας αντλήσεως ύδατος υπέρ του κατασχεθέντος και γ) δεν αναφέρεται η ύπαρξη εντός αυτού πισίνας, παρεκκλησίου και το ό,τι αυτό είναι περιφραγμένο με τοιχίο και κάγκελα, όλα δε τα ανωτέρω επηρεάζουν και την αξία του. Ο λόγος, όμως, αυτός τυγχάνει μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι επικαλούμενες από τους ανακόπτοντες ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, που επιδέχονται διόρθωσης, αποτελούν αντικείμενο μόνο της ειδικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 και όχι λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη συντρέχει και αναπότρεπτη, με άλλο τρόπο, για τους ανακόπτοντες (περιουσιακή ή δικονομική) βλάβη τους, αφού όλες οι επικαλούμενες ατέλειες ως προς την περιγραφή, την πραγματική κατάσταση και την αξία του κατασχεθέντος δύνανται να διορθωθούν με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 KΠολΔ. Τέλος, οι ανωτέρω ατέλειες δεν δύνανται και να δημιουργήσουν αμφιβολίες και ως προς την πραγματική ταυτότητα του κατασχεθέντος ακινήτου, αφού αυτό, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ίδια την ανακοπή, βρίσκεται σε περιοχή που λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο, έχει δηλωθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο …. και του έχει αποδοθεί ΚΑΕΚ, έτσι ώστε εκ του τελευταίου να προσδιορίζεται αυτόματα και πέραν πάσης αμφιβολίας η ταυτότητά του, μη εχούσης πλέον καμμίας αξίας ως προς την τελευταία βοηθητικά προσδιοριστικά της στοιχεία, όπως τα συστατικά του, ή το εμβαδόν του κατά το τίτλο κτήσης, στοιχεία που πλέον έχουν αξία μόνο όπου δεν έχει λειτουργήσει ακόμα ο θεσμός τουΕθνικού Κτηματολογίου.»
1687/2005 ΑΠ (NOMOS)
«Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 KΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2 και 4 και 993 παρ.2 KΠολΔ συνάγεται, ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. KΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο (ΑΠ 314/2000).
[…]
Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 999 παρ.1 KΠολΔ), αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, κατ` άρθρο 159 παρ.3 KΠολΔ (ΑΠ 778/1979).»
778/1979 ΑΠ (NOMOS)
«απαιτείται μέν νά προκύπτη ή ταύτότης τού πλειστηριασθέντος ακινήτου διά το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως τής εκθέσεως περί κατακυρώσεως (αρθρ. 1005 § 1 KΠολΔ και 1196 ΑΚ), ή ακριβής όμως – κατά το είδος, τήν θέσιν, τά όρια και τήν εκτασιν – περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, ήτις κατά το αρθρ. 999 §§ 1 και 3 KΠολΔ πρέπει νά περιέχεται έπι ποινή άκυρότητος τού πλειστηριασμού εις το ύπό τού δικαστικού επιμελητού συντασσόμενον πρόγραμμα, αν δεν ύπάρχη τυχόν εις την εκθεσιν πλειστηριασμού καϊ κατακυρώσεως, ουδόλως δύναται νά έπιφέρη εις τον όφειλέτην βλάβην, υπό την μορφή ν της εντεύθεν μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε νά επέρχεται άκυρότης της εκθέσεως ταύτης και τού διενεργηθέντος πλειστηριασμού (αρθρ. 159 αριθ. 3 KΠολΔ).»
1497/2003 ΑΠ (NOMOS)
«Ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν ανέφερε το υπόγειο στην πιο πάνω έκθεσή του, διότι κατά τη μετάβασή του εκεί βρήκε το ακίνητο κλειστό και δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη του, πλην όμως αυτό, λόγω του χαρακτήρα του ως συστατικού, αφού δεν μπορεί να αποχωρισθεί χωρίς βλάβη του κυρίως πράγματος και δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής κυριότητας δια της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και της μεταγραφής αυτής, συγκατάσχεται με το όλο ακίνητο.
[…]
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου και του συστατικού αυτού υπήρξε πλήρης κατ` είδος θέση, έκταση και όρια, με αναφορά στον τίτλο κτήσεως, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του και ότι συνεπώς δεν προέκυπτε, κατά την κρίση του βλάβη στον ανακόπτοντα εκ των επικαλουμένων απ` αυτόν παραλείψεων, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.»
γ) ΑΠΟΥΣΙΑ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΠΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΥΤΗΣ.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 159 παρ. 3, η δικονομική ακυρότητα της πράξεως εκτελέσεως προϋποθέτει ότι η δικονομική βλάβη δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η ακύρωση επομένως πρέπει να αποκλείεται, όχι μόνο όταν η βλάβη μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο, αλλά και όταν η βλάβη δεν μπορεί να επανορθωθεί με την κήρυξη της ακυρότητας. Τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την βλάβη πρέπει να προτείνονται στην πρώτη συζήτηση από τον διάδικο [Μπρίνιας II, άρθρο 953, αρ. 269 σ. 725, ΜονΠρΠειρ 34/1986, Μ. Δημητροπούλου, Δ17 (1986) 511, ΜονΠρΘηβ 56/1994, Π. Ζαρκαδούλας, Δ25 (1994). 639 (641)], και μάλιστα εξειδικευμένα [ΑΠ 198/1985, Μ. Παπαδάκης, ΕλλΔικ 26 (1985), 460 (:διαφορετικά η ανακοπή είναι αόριστη), ΕφΑθ 2924/1970, Σκούμπης, Αρμ. ΚΕ΄(1971), 221 (222)]. Δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Η ακυρότητα του άρθρου 159 παρ. 3 απαιτεί δηλαδή, μαζί με την παράβαση της διατάξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, να προτείνεται και η συγκεκριμένη βλάβη που αυτή προκάλεσε. Η κρίση για την ύπαρξη βλάβης απαιτεί διαπίστωση πραγματικών γεγονότων. Υπό τον ΚΠολΔ γίνεται δεκτό ότι η κρίση για ατην ύπαρξη βάβης απαιτεί πλήρη απόδειξη και δεν αρκεί πιθανολόγηση. (ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ, Γενικός Μέρος, ΠΕΛΑΓΙΑ ΓΕΣΙΟΥ – ΦΑΛΤΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ, 1998, 34. Άμυνα του καθού κατά της ελαττωματικής αναγκ. Εκτελέσεως, VI. Η λειτουργία της ανακοπής στο πλαίσιο των κανονων για τις δικονομικές ακυρότητες, σελ. 495-504).
Εν προκειμένω, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί πως οι φερόμενες ανακρίβειες της κατασχετήριας έκθεσης δικαιολογούν την ακύρωση του πλειστηριασμού, η αφηρημένη επίκληση του μειωμένου πλειοδοτικού ενδιαφέροντος, δίχως την επίκληση της επακριβούς περιουσιακής βλάβης των ανακοπτόντων, δεν επαρκεί για τον έλεγχο της βλάβης από το Υμέτερο Δικαστήριο ώστε να κρίνει αν δικαιολογείται η υπαγωγή τους στο άρθρο 933 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δε, η παράβλεψη στην κατασχετήρια έκθεση της οριστικής αποπεράτωσης του τρίτου ορόφου (Γ΄), ουδόλως αφορά την ένδικη περίπτωση καθόσον εγώ κατακύρωσα την Υ-1 αποθήκη του ισογείου και το Α-1 διαμέρισμα. Επομένως, εκλείπει παντελώς η δικονομική βλάβη καθόσον η τυχόν ακύρωση της κατακυρωτικής έκθεσης, δε θα μεταβάλει την φερόμενη περιουσιακή βλάβη των ανακοπτόντων. Περαιτέρω δε, αναφορικά με την φερόμενη λανθασμένη περιγραφή των κατακυρωθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ουδόλως προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο η δικονομική βλάβη που απορρέει από την παράβαση της δικονομικής διατάξεως, ενώ δε έχει κριθεί νομολογιακά – όπως κατωτέρω αποδεικνύω- πως μία γενική επίκληση μειωμένου πλειοδοτικού ενδιαφέροντος κρίνεται ανεπαρκής και καθιστά τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής απαράδεκτο ως αόριστο.
10452/2020 Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (NOMOS)
«Η αξία του ανωτέρω ακινήτου εκτιμήθηκε στην επίδικη έκθεση κατάσχεσης στο ποσό των 340.000 ευρώ βάσει της από 26-6-2020 τεχνικής έκθεσης του ……………….. Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η πραγματική του αξία είναι 800.000 ευρώ, πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κανένα περί τούτου αποδεικτικό μέσο δεν προσκόμισαν (πχ έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ακόμη και αληθές υποτιθέμενο το τελευταίο, δεν καθιστά την ένδικη κατάσχεση καταχρηστική, αλλά αποτελεί λόγο διόρθωσης της ανακοπτόμενης κατασχετήριας έκθεσης, που δύναται να προβληθεί με την ειδική ανακοπή του άρθρου 954 KΠολΔ, ώστε να αποφευχθεί η αντίστοιχη βλάβη τους. […] Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η αξία του ανέρχεται σε 90.000 ευρώ, πλην, όμως, και πάλι κανένα περί τούτου αποδεικτικό μέσο δεν προσκόμισαν (πχ έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, πρόσφατο φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας, συμβόλαια πώλησης γειτονικών ακινήτων)»
18103/2017 Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (NOMOS)
«Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης, ισχυριζόμενοι ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι ελλιπής και ατελής, λόγω μη αναφοράς σε αυτήν ότι το κατασχεθέν βιομηχανικό κτίριο είναι ημιτελές και εγκαταλελειμμένο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι αφενός οι επικαλούμενες ατέλειες δεν γεννούν ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του κατασχόμενου περιουσιακού στοιχείου και δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάθεσης,, αφού μπορούν να θεραπευθούν με την άσκηση της ειδική διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ και αφετέρου δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης βλάβης για τους ανακόπτοντες, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. σχετ. ΑΠ 1687/2005, ΜονΠρΦλωρ 78/2017 δημ, ΝΟΜΟΣ).»
1687/2005 ΑΠ (NOMOS)
«συνδέουν περαιτέρω με την, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατά πολύ υπολειπόμενη της αγοραίας, αλλά και της αντικειμενικής αξίας αυτών εκτίμηση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο μέρος του (ατελής περιγραφή των κατασχεθέντων ακινήτων) είναι, ως προς τα λοιπά, πλην των προαναφερόμενων υπ` αριθμ. ……………ακινήτων, αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται οι επιμέρους ελλείψεις και ανακρίβειες για κάθε ακίνητο, προκειμένου να ελεγχθεί αν αυτές είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση ανακοπής, που αποσκοπεί στην ακύρωση των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών περιλήψεων αυτών, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα εδικαιολογείτο μόνο η διόρθωσή τους με ανακοπή κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. KΠολΔ. […] επικαλούμενη με το αναιρετήριο «συμπλήρωση της τυχόν ανεπάρκειας του πρώτου λόγου της ανακοπής» με τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση, είναι απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο.
[…]
το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αφενός μεν ότι οι επικαλούμενες γι` αυτά ατέλειες δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων εκθέσεων κατασχέσεως και των περιλήψεων αυτών και ότι επιδέχονται θεραπεία με την ασκηθείσα ήδη, κατά τα υπ` αυτών συνομολογούμενα, σχετική ανακοπή τους αφετέρου δε ότι οι εν λόγω ατέλειες δεν συνδέονται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για τους ανακόπτοντες, που να μη μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω πράξεων εκτελέσεως. Επί του ζητήματος της βλάβης οι ανακόπτοντες περιορίζονται να αναφέρουν ότι η δυσαναλογία μεταξύ της τιμής εκτίμησης και της πραγματικής, αλλά και της αντικειμενικής αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων, οδηγεί σε μεγάλη τους οικονομική ζημία, πλην όμως – συνεχίζει το Εφετείο – για την επικαλούμενη αυτή εσφαλμένη εκτίμηση υπήρχε η δυνατότητα διορθώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι δεν μπορεί για την έλλειψη αυτή να ζητηθεί η ακύρωσή τους.»
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr