Ενεργητική νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον των ασκούντων ανακοπή
Όπως σε κάθε διαγνωστική διαδικασία, το εισαγωγικό της δίκης ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι παραδεκτό μόνο εάν στηρίζεται σε έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Πρέπει δηλαδή ο διάδικος που νομιμοποιείται για την άσκηση της ανακοπής, σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 933 παρ. 1 (είτε πρόκειται για τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, είτε για τους άλλους δανειστές), να έχει επιπλέον και έννομο συμφέρον σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανακοπή, συμφέρον τέτοιο που να συμπορεύεται με τους σκοπούς του δικαίου. Η έννοια του εννόμου συμφέροντος στις δίκες περί την εκτέλεση πρέπει να γίνεται αντιληπτή με βάση τον γενικό κανόνα ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται να υπάρχει ανάγκη για την έννομη προστασία που επιδιώκεται με την άσκηση της συγκεκριμένης ανακοπής, ανάγκη που μάλιστα πρέπει να είναι άμεση, ενεστώσα και άξια δικαστικής προστασίας. (ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ, Γενικό Μέρος, Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1998, 35 Διαδικαστικές προϋποθέσεις της ανακοπής του άρθρου 933, σελ. 530-531). Γενικά, υπάρχει εδώ έννομο συμφέρον, αν επιδιώκεται η αποτροπή της μείωσης ή η βελτίωση ή η αποτροπή της χειροτέρευσης της θέσης του ανακόπτοντος (Μπρίνιας ΑναγκΕκτ IV άρ. 933 παρ. 154). Το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος πρέπει να συνδέεται με την ωφέλεια που προσδοκά από την ακύρωσή της, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική ή αν αυτή αφορά το ουσιαστικό δικαίωμα του και όχι βλάβη που απορρέει από την παράβαση της συγκεκριμένης διάταξης. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, δηλ. να υφίσταται κατά τον χρόνο που επιχειρείται η διαδικαστική πράξη, η συνδρομή του δε κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος (ΑΠ 1941/03 ΝοΒ 2010.970) (ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, Π.. Σάκκουλας, Τόμος ΙΙ, 2η έκδοση, ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ – ΑΝΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, άρθρο 933 παρ. 29, σελ. 516).
Το έννομο συμφέρον δε απαιτείται να είναι άμεσο και παρόν, δηλ. να υφίσταται κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 222/16 ΤΝΠ ΔΣΑ, 1070/06 ΝοΒ 2006.1746, 1016/05 ΕλΔ 2005.1088, 640/03 ΤΝΠ ΔΣΑ) και επιπλέον η ανάγκη προστασίας να είναι ενεστώσα, καθώς και κατά την συζήτηση με την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση (ΑΠ 1094/99 ΕΛδ 1999.1539). (ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, Π.. Σάκκουλας, Τόμος Ι, 2η έκδοση, ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ – ΑΝΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, άρθρο 68 παρ. 14, σελ. 139).
Το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης. Η συνδρομή του εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 463/2007 ΝοΒ 55 (2007), 2090, ΕφΑθ 158/2009 ΕλλΔνη 2010,229, ΜπρΑιγ 10/2012, NOMOS). Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος συνεπάγεται την απόρριψη της διαδικαστικής πράξης ως απαράδεκτης (ΕφΑθ 3895/1998, ΑρχΝ 50 (1999), 427 με σημείωση Χ. Νικολαΐδη, ΜΠρΘες 33201/2003 Αρμ 59 (2005), 44 με σημ. Α.Δ.Μ., ΜπρΘες 25013/2001 Αρμ 57 (2003), 505 με σημ. Σ.Τ. – Γ.). Το έννομο συμφέρον πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο της συζήτησης με την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση (ΑΠ 1054/1999, ΕλλΔνη 40(1999), 1539, Εφ Δωδ 52/2002 ΝοΒ 51 (2003), 1423 με ενημ. Σημ. Κ. Χριστακάκου, ΜΠρΘες 25013/2001 Αρμ 57 (2003), 505 με ημ. Σ.Τ. -Γ.) (ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡΟ, 2013, 3η έκδοση, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΧΑΡΟΥΛΑ ΑΠΑΛΑΓΑΚΗ, άρθρο 68 παρ. 10).
Για την θεμελίωση της κατά κανόνα νομιμοποίησης […], ως προς την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (ενεργητική και παθητική) ή όταν έχει μεσολαβήσει μεταβολή στα υποκείμενα της ουσιαστικής έννομης σχέσης απαιτείται ν’ αναφέρονται στο δικόγρααφαο τα θεμελιωτικά στοιχεία της νομιμοποίησης (ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡΟ, 2013, 3η έκδοση, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΧΑΡΟΥΛΑ ΑΠΑΛΑΓΑΚΗ, άρθρο 68 παρ. 3).
Αναφορικά δε με το δικόγραφο της ανακοπής, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της. Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της. Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα.
ΑΠ 1281/2011 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ – Α2) (NOMOS)
«Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ σεσυνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφοτης ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία πουαναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεταιη δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστικήβασιμότητα της απαίτησης καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της. Ειδικότερα, η ανακοπή, ωςεισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή τηςαπαίτησης της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση τωνπραγματικών περιστατικών τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση τουανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή τουκαι το προνόμιό της. Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπήαόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με τηναναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 440/2004).»
Εφετείο Αθηνών 8511/2005 (NOMOS)
«Από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 117, 118, και 216 § 1 KπολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφον της αγωγής πρέπει να περιέχη σαφή έκθεσιν των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν, κατά νόμον, την αγωγήν και δικαιολογούν την άσκησίν της υπό του ενάγοντος κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένον αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται εις τον μεν εναγόμενον η ευχέρεια της αμύνης, εις το δε δικαστήριoν η δυνατότης ελέγχου του νόμω βάσιμου της αγωγής. Η έλλειψις ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψιν προδικασίας και καθιστά την αγωγήν αόριστον, το δε δικαστήριον οφείλει να την απόρριψη εξ αυτού του λόγου, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανών βάσει του οποίου ζητείται η παραδοχή του υποβληθέντος αιτήματος (ΑΠ 467/2000 Δνη 41.1571, ΑΠ 1871/1999 Δνη 41.1301, ΑΠ 1320/1998 Δνη 40.113). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθή και θεραπευθή ούτε με τας εγγράφους προτάσεις του ενάγοντος, ούτε με παραπομπήν εις άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμησιν των αποδείξεων (ΑΠ 280/1992 Δίκη 23.1065, ΕΑ 7395/1998 Δνη 40. 1104). Ο ενάγων όμως ημπορεί, κατ` άρθ. 224 εδ. β` εν συνδυασμώ προς 236 KπολΔ να διευκρινίση, συμπληρώση και διορθώση με τις προτάσεις του κατά την πρώτην συζήτησιν της υποθέσεως τους ισχυρισμούς του που περιέχονται εις την αγωγήν, θεραπεύων ούτως την ποσοτικήν ή ποιοτικήν αοριστίαν της με την εξειδίκευσιν των θεμελιωτκών της αγωγής γεγονότων, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώση περιστατικά, τα οποία παρ` ότι είναι αναγκαία δια την νομικήν της θεμελίωσιν, την παραγωγήν δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται εις την αγωγήν, δεν μπορεί δηλαδή να αναπληρώση την νομικήν αοριστίαν της (ΑΠ 216/2002 Δνη 44. 121, ΑΠ 1374/1994 Δνη 37.683).
Η παράλειψις μνείας εις το δικόγρα»ον τ’ς αγωγής των άνω στοιχείων καθιστά αυτήν αόριστον και η αοριστία της, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθή ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπήν εις άλλο έγγραφον της δίκης, ούτε από την εκτίμησιν των αποδείξεων, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριον, διότι ανάγεται εις την προδικασίαν (ΕΑ 4126/2001 Δνη 43. 485). Επειδή ουσιώδες και απαραίτητον στοιχείον της αγωγής είναι η ιστορική βάσις, δηλαδή η ακριβής εξιστόρησις όλων των ισχυρισμών περί πραγματικών περιστατικών από τα οποία, κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (και ειδικώτερον από την εφαρμοστέαν νομικήν διάταξιν) πηγάζει το επίδικον δικαίωμα και η υπό του ενάγοντος επικαλούμενη έννομος συνέπεια. Η αναγραφή δε εις το δικόγραφον της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και δη μετά τοιαύτης σαφήνειας, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικον έννομον σχέσιν και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητος, δια να υπάρχη η δυνατότης το μεν το δικαστήριον να κρίνη το νόμο βάσιμον της αγωγής και να διατάξη τις επιβαλλόμενες αποδείξεις, το δε, ο εναγόμενος να αμυνθή κατά της θεμελιουμένης επ` αυτών αγωγικής αξιώσεως. Εξ άλλου, το δικόγραφον της αγωγής πρέπει να είναι αύταρκες, να περιλαμβάνη δηλαδή όλα τα άνω Πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμον, θεμελιούν το αξιούμενον δικαίωμα, χωρίς να υπάρχη δυνατότης να συμπληρωθούν αυτά από το περιεχόμενον άλλου εγγράφου (διαδικαστικού ή εξωδίκου), αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής, δεν δύναται να συμπληρωθή ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπήν εις άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε και από την εκτίμησιν των αποδείξεων. Αν τα γεγονότα αυτά δεν αναφέρονται ή αναφέρονται με ασάφειες και ελλείψεις, η αγωγή είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 915/80 ΝοΒ 29. 296, ΑΠ 585/76 ΝοΒ 25.169, ΑΠ 685/64 ΝοΒ 13.379, ΕφΑθ 1308/87 Δνη 29. 525, ΕΑ 10316/80 ΑρχΝ ΛΒ 55). Αοριστίαν και εντεύθεν απαράδεκτον επάγονται και οι ασαφείς και διφορούμενες εκφράσεις, οι οποίες ρητώς απαγορεύονται εις τους διαδίκους κατά το άρθρον 116 KπολΔ, ως δε γίνεται δεκτόν μόνον αυτη η παράβασις των Πλειόνων επιταγών του άρθρου αυτού επάγεται ως κύρωσιν το άνω απαράδεκτον. Ειδικώτερον η παράβασις των καθηκόντων τα οποία επιβάλλει η διάταξις του άρθρου 116 KπολΔ εις τους διαδίκους, τους νομίμους αντιπροσώπους και στους πληρεξουσίους τους, ως αυτό της τηρήσεως των κανόνων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και της αποφυγής ενεργειών, οι οποίες καταφανώς οδηγούν εις παρέλκυσιν της δίκης, δύναται να έχει ως κύρωσιν την επιβολήν χρηματικών ποινών, ή, εφ` όσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκασιν αποζημιώσεως, όχι όμως και το απαράδεκτον, διότι, άλλως, ο διάδικος θα εστερείτο το κατοχυρούμενον από το άρθρον 20 του Συντάγματος δικαίωμα προς παροχήν εννόμου προστασίας,
[…]
Τέλος, συμφώνως προς το άρθρον 68 του KπολΔ, δικαστικήν προστασίαν έχει δικαίωμα να ζητήση ο έχων άμεσον έννομον συμφέρον. Από τη διάταξιν αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικώς μεν νομιμοποιείται να ζητήση έννομον προστασίαν εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικώς δε εκείνος, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει εις την επίδικον έννομον σχέσιν. Δια την νομιμοποίησιν δηλαδή αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκή επιρροήν αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής. Η έλλειψις, εξ άλλου, νομιμοποιήσεως, γεγονός το οποίον εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριον έχει ως συνέπειαν την απόρριψιν της αγωγής, ως απαραδέκτου δι` έλλειψιν διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Εν όψει δε της φύσεως της νομιμοποιήσεως, ως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης: η παρά του εναγομένου αμφισβήτησις των επικαλουμένων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομινοποιήσεως περιστατικών, συνιστά όχι ένστασιν ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλ` άρνησιν της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικόν βάρος αποδείξεως (ΕΑ 5685/1999 Δνη 41. 528).
Δια την παροχήν, λοιπόν, εννόμου προστασίας απαιτείται κατά νόμον η συνδρομή δύο διαδικαστικών προϋποθέσεων, η νομιμοποίησις και-το έννομον συμφέρον. Η νομινοποίησις, δηλαδή η ύπαρξις δικαιώματος υπερασπίσεως της υποθέσεως, όπου δικάζεταί τις ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία διεξαγωγής της δίκης δια συγκεκριμένον δικαίωμα ή έννομον σχέσιν, συμπίπτει, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, ως επί μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων, με ιδιότητα του υποκειμένου του επιδίκου δικαιώματος ή της εννόμου σχέσεως. Η νομιμοποίησις αυτή αποτελεί διαδικαστικήν προϋπόθεσιν και πρέπει να υπάρχη γένικώς κατά την έναρξιν της δίκης και καθ` όλην τη διάρκειαν αυτής, προκειμένου να είναι δυνατή η έκδοσις αποφάσεως από το δικαστήριον, η έλλειψις της οποίας συνεπάγεται την απόρριψιν της αγωγής ως απαραδέκτου (ΕφΠειρ 318/1998 Δνη 39.920).»
891/2022 ΑΠ (NOMOS)
«Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεσηδίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη καιτου προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμοθεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομησχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της. Η ελλιπής παράθεση τωνπεριστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δεαυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ1281/2011).»
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
aainfo@efotopoulou.gr