Στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α` του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από αυτή τη διάταξη προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κ.λπ.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ των σχέσης. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (ΑΠ 454/2019, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 1380/2017, ΑΠ 1371/2016, ΑΠ 265/2013).
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1380/2017).
Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για τον δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών (ΑΠ 749/2019, ΑΠ 1380/2017, ΑΠ 1371/2016).
Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πέραν της αναφοράς στην απόφαση του τρόπου και των μέσων με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται η πειθώ, οι παραινέσεις, η προτροπή και η φορτικότητα, αλλά αρκεί, ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της απόφασης, αιτιωδώς, ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός. Η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στη πράξη της παράβασης καθήκοντος, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του και διαλαμβάνεται άλλωστε αιτιολογία, περί του στοιχείου αυτού, στην κύρια περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή [375/2021 ΑΠ (ΠΟΙΝ), δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος