AD HOC ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: 722/2014 ΑΠ [NOMOS] – Εκποίηση δήλου με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών
Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του εγκαταστάτου επί της κληρονομίας, είτε με αντικατάσταση του δήλου – όπου αυτό είναι εφικτό, όπως εν προκειμένω -, είτε στην ανεύρεση του κληρονομιαίου ποσοστού του δήλου επί της σύνολης κληρονομίας και την συνακόλουθη διεκδίκησή του από τα κληρονομικά μερίδια των λοιπών κληρονόμων.
Ο Άρειος Πάγος στην εν λόγω απόφασή του αρνήθηκε την ανάκληση της διαθήκης λόγω του μεταγενεστέρως συνταχθέντος προικοσυμφώνου – σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, παρότι στην διαθήκη οριζόταν κάθετος διαχωρισμός της ιδιοκτησίας. Αποφασίζοντας με τον τρόπο αυτό, δεν δέχθηκε την ανάκληση της διαθήκης που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες εξ αδιαθέτου συγγενείς και αναγνώρισε την διαθήκη ως πλήρως ισχύουσα, αντικαθιστώντας την σε αυτήν καθέτως χωρισθείσα εναέρια στήλη, με την προκύψασα από την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησίων, οριζοντίως χωρισθείσα στήλη, δεχόμενη τα ποσοστά των κληρονόμων τα οριζόμενα στο κείμενο της διαθήκης:
“ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Π., κατοίκου ….. , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Π. Ο., κατοίκου …, 2)Σ. Ο. του Π., κατοίκου … και 3) Β. χήρας Δ. Β., το γένος Π. Ο., κατοίκου ……….. Ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Στρατιώτη και οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 15/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις … και ….31-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Η. Σπινάσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Η κατά το άρθρο 555 Κ.Πολ.Δ. θεσπιζόμενη απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιων από τους αναγκαίους ομοδίκους-εφεσιβλήτους, υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Ετσι η άσκηση της δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του κωλύματος εκείνου, δεν προσκρούει στην παραπάνω απαγορευτική διάταξη (Ολ.Α.Π. 1138/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της προσβαλλομένης, με την υπό κρίσιν αίτηση αναίρεσης, αποφάσεως και προγενέστερη αναίρεση με πρόσθετους λόγους, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 149/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ως απαράδεκτη, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής διανομής επικοίνου ακινήτου, ερήμην της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, είχε επιδοθεί σ` αυτές, ούτε προέκυπτε ότι οι ίδιες είχαν ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατ` αυτής που απορρίφθηκε και συνεπώς δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Από τις 4490Γ/15-11-2012 και 4547Γ/26-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή ήδη προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα (που είχαν δικασθεί ερήμην ως εφεσίβλητες) η οποία κατέστη τελεσίδικη πλέον ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, με την παρέλευση της οριζόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) την 11-12-2012.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, την 28-12-2012 δηλαδή μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 503, 553, 564 Κ.Πολ.Δ.) από τις εφεσίβλητες που δικάσθηκαν ερήμην, είναι παραδεκτή και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κλήρο δοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποίησης ή ανταλλαγής ή αντικατάστασης του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο, η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων1982 παρ. 2, 1984 παρ. 3, 1987 παρ. 2 και 1988 ΑΚ. Περαιτέρω, οι τρόποι ανάκλησης της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από άρθρα 1763-1768 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, και γι` αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ` άλλο τρόπο. Συνεπώς, μεταξύ των ως άνω τρόπων ανάκλησης που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 ΑΚ δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτη εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου, το οποίο άφησε με τη διαθήκη του (ο διαθέτης), στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης. Περαιτέρω κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο είναι μία οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα που βρίσκεται στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, σε οικοδομή κειμένη εντός της πόλεως …και επί της οδού πρώην … και ήδη … αριθμός …και η οποία έχει συσταθεί με την …/1980 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και προικοσύμφωνο της συμβολαιογράφου Οιτύλου Μερόπης …….. …… ……. ….. ….. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου. Το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 162,41 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με την δημόσια οδό ……. , νότια με τσιμεντόδρομο και κατ` επέκταση με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Η άνω οριζόντια ιδιοκτησία βρίσκεται στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών, έχει επιφάνεια 60 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 286,94/000 και συνορεύει βόρεια με δημόσια οδό, νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Α.. Η άνω οριζόντια ιδιοκτησία δημιουργήθηκε με την άνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ως αέρινη στήλη και εκ των υστέρων κτίστηκε. Ως αέρινη στήλη με την άνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας-προικοσύμφωνο η επικαρπία παρέμεινε στον Π. Ο. του Σ. και η ψιλή κυριότητα στην Ε. σύζυγο Π. Ο., ενώ με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου η Ε. σύζυγος Π. Ο., που απεβίωσε στις 7-6-1985, απέκτησε την πλήρη κυριότητα της αέρινης αυτής στήλης, την οποία άφησε με την από 16-3-1977 μυστική διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε στις 18- 9-1985, συνταχθέντος του υπ` αριθμ. 46/1985 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών, στον δεύτερο εναγόμενο Σ. Ο. του Π. και στην Μ. σύζυγο Μ. Τ., αναφέροντας ότι αφήνει τον αέρα του σπιτιού προς τα αριστερά στην κόρη της Μ. και προς τα δεξιά στον γιο της Σ. Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Ο. του Π. αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά με την υπ` αριθμ. …/29-4-1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γυθείου ………. …… …… , η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου. Η δε Μ. συζ. Μ. Τ. αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά με την υπ` αριθμ. …4-7-2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Γυθείου …. , η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης από απόσπασμα του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου που προσκομίζει και επικαλείται ο δεύτερος εναγόμενος προκύπτει ότι έχει δηλωθεί από αυτόν το συγκεκριμένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου που του αναλογεί. Από δε την ερμηνεία της βούλησης της διαθέτιδος συνάγεται ότι πράγματι αυτή ήθελε να εγκαταστήσει την Μ. στο ποσοστό το οποίο ανέφερε στην μυστική της διαθήκη, όσον αφορά την αέρινη στήλη.
Στη συνέχεια δε προέβη σε σύσταση της Οριζόντιας Ιδιοκτησίας με την οποία όμως δεν συνάγεται ότι ήθελε να τροποποιήσει τη διαθήκη της, διότι διαφορετικά θα το όριζε ευθέως. Ειδικότερα, αναζητώντας την πραγματική βούληση της διαθέτιδος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις διαπιστώνουμε ότι, από κανένα στοιχείο εκτός διαθήκης δεν προκύπτει ότι αυτή σκόπευε να τροποποιήσει την αρχική της βούληση, ώστε στην συγκεκριμένη περίπτωση να ισχύσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών με την έφεση του. Ειδικότερα στην υπ` αριθ. …./24-6-1980 Σύσταση Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Προικοσυμφώνου αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι 1) Π. Ο. του Σ. και 2) η Ε. συζ. Π. το γένος Ν. και Α. Γ. συμφώνησαν με τον άλλο συμβαλλόμενο Μ. Γ. Τ. και σε εκτέλεση της υπ` αριθ. 55/7-11-1973 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου συνέστησαν προίκα και λόγω προικός παραχώρησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν κατά την έννοια των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 ΑΚ, κατά μεν την διοίκηση και επικαρπία στον προικολήπτη Μ. Γ. Τ. κατά δε την ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα τους Μ. συζ. Μ. Τ., υπέρ της οποίας συνεστήθη η προίκα, την οικία που περιγράφεται στην πράξη αυτή και μάλιστα 1) ολόκληρο τον ισόγειο όροφο αυτής ως αυτό λεπτομερώς έχει περιγραφεί, αποτελούμενο εξ ενός ενιαίου χώρου, 2) ολόκληρο τον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο αποτελούμενο εκ τεσσάρων κυρίων δωματίων χωλ, κουζίνας, βεράντας και λουτρού, όπως αυτό λεπτομερώς έχει περιγραφεί, παρακρατώντας εξ αυτού υπέρ εαυτού και της δεύτερης των συμβαλλομένων συζύγου του Ε. Π. Ο. την ισόβια οίκηση δύο δωματίων (υπνοδωματίου, τραπεζαρίας) και 3) 21τ.μ. και πέντε τετραγωνικά εκατοστά του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (αέρινη στήλη) ανέγερσης μελλοντικού ορόφου έχοντα ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 100,65ο/οοο.
όπως συνάγεται από την ερμηνεία των προαναφερομένων πράξεων (μυστική διαθήκη και πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας) εκείνο το οποίο ήθελε η διαθέτις και ο σύζυγος της είναι όσο ζούσαν οι ίδιοι, η κόρη της Μ. να έχει 21 τετραγωνικά μέτρα και πέντε τετραγωνικά εκατοστά υπεράνω του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (αέρινη στήλη) ανέγερσης μελλοντικού ορόφου και το υπόλοιπο να το έχουν αυτοί, ώστε να διατηρήσουν κάποιο δικαίωμα σε μελλοντικό να ανεγερθεί όροφο. Είτε θεώρησαν ότι, επειδή πρόκειται για δώμα, στο οποίο δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν όλα τα τετραγωνικά μέτρα και ότι τα 21 τ.μ. που ανέφεραν ήταν αρκετά. Πάντως ερμηνεύοντας την Πράξη Οριζόντιας Ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με την προαναφερομένη μυστική διαθήκη, σε καμία περίπτωση δεν συνάγεται βούληση της διαθέτιδος και του συζύγου της να ανακληθεί η μυστική διαθήκη, να ισχύσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ως προς την αέρινη στήλη όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων.
Συνεπώς, ο ενάγων δεν έχει καταστεί συγκύριος της άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά συγκύριοι αυτής τυγχάνουν ο δεύτερος εναγόμενος και η Μ. σύζυγος Μ. Τ.”. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε τη δικαστική διανομή της ως άνω επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας (των 60 τ.μ.), της οποίας ισχυριζόταν ότι ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του και εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του, τις κληρονομιές των οποίων αποδέχθηκε και μετέγραψε ως σχετικές δηλώσεις αποδοχής και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με βάση τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις μετά τη νομότυπη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας το δήλο πράγμα (αέρινη στήλη), που αφέθηκε με την ως άνω διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο ως προς την εγκατάσταση κληρονόμων ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας, όπως και το περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της οροφοκτησίας θεωρείται ότι αντικαταστάθηκε και από το προκύψαν με την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας διαμέρισμα των 60 τ.μ., το οποίο ήταν στην κυριότητα της κληρονομούμενης κατά το χρόνο θανάτου της και, συνεπώς, συγκύριοι αυτού ήταν οι με την διαθήκη αυτής κληρονόμοι της, δηλαδή τα τέκνα της Σ. Ο. του Π. και Μ. σύζ. Μ. Τ. και όχι ο ενάγων. Ανάκληση της διαθήκης αυτής δεν ήταν δυνατή με την προαναφερθείσα πράξη σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που επακολούθησε της σύνταξης της μυστικής διαθήκης. Επομένως, το Εφετείο το οποίο, και ανεξάρτητα από το ότι με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, την ένδικη αγωγή διανομής, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε συγκυριότητα του ενάγοντος – αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο(των 60τ.μ), κατέληξε σε ορθό τελικά αποτέλεσμα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. , οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200, …3, 1763 και 1764 ΑΚ.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1414 ΑΚ, που ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983, προκύπτει ότι εάν στον άνδρα δεν μεταβιβάσθηκε η κυριότητα των εις προίκα δοθέντων κινητών ή ακινήτων, αυτός μεν συνεστώτος του γάμου έχει τη διοίκηση και επικαρπία αυτών, από οποιονδήποτε και αν συνεστήθη η προίκα, στην γυναίκα δε ανήκει η ψιλή κυριότητα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθρ. 1420 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983, η εκποίηση του προικώου ακινήτου είναι άκυρη αν έγινε χωρίς την τήρηση των αναφερομένων στο αρθρ. 1417 διατυπώσεων. Η απαγόρευση της εκποίησης των προικώων ακινήτων δεν εμποδίζει τη γυναίκα όπως με διαθήκη διαθέσει το κατά ψιλή κυριότητα ανήκον σ’ αυτήν προικώο ακίνητο, εφόσον η διάθεση κατά νόμο πραγματώνεται μετά το θάνατο αυτής, ήτοι μετά τη λύση του γάμου. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 13 και 14 Ν. 3741/1929 “Περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους (ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ με το άρθρο 54 Εισ.Ν.Α.Κ.) 2 Ν.Δ. 1024/1971, 1002, 1117, 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύσταση οροφοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου οικοδομής, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση (Ολ. Α.Π. 8/2002,- ΑΠ 128/2009), ότι η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται σύσταση οροφοκτησίας έχει ως αντικείμενο την αλλοίωση της μέχρι τούδε κυριότητας με την δημιουργία νέων αυτοτελών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, διαφορετικών από την αρχική συγκυριότητα και ότι οροφοκτησία μπορεί να συσταθεί και με διαθήκη (δημόσια, ιδιόγραφη ή μυστική) του μοναδικού κυρίου του ακινήτου.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι νομίμως με την προαναφερθείσα διαθήκη παραχωρήθηκε το δικαίωμα επέκτασης της πιο πάνω οικοδομής προς τα άνω στους κληρονόμους της διαθέτιδος Σ. Ο. του Π. και Μ. σύζυγο Μ. Τ., δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η ανωτέρω διαθέτιδα-ψιλή κυρία- μπορούσε πριν την έναρξη του νόμου ν. 1329/1983, να διαθέσει (και με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) το ανήκον σ` αυτή δικαίωμα επί του προικώου ακινήτου Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περγ` Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 11 γ Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο με τις προτάσεις του προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του για την συγκυριότητα στο επίδικο ακίνητο ως εξ` αδιαθέτου κληρονόμου της διαθέτιδος μητέρας του μετά την κατάργηση της μυστικής της διαθήκης 1) το …/1948 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Γυθείου ……….. 2) την 55/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και 3) το …/1980 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Οιτύλου ………….. . Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε ως εκκαλών στο Εφετείο, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, επιπλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και άλλα έγγραφα. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, το δεύτερο και το τρίτο των οποίων ρητώς αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2012 αίτηση του Κ. Ο., περί αναιρέσεως της 36/2010 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2014″.
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr