Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης έστω κι ως συντρέχουσας αιτίας – Έννοια νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης
Σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4808/2021, [όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ 62/2025], καθιερώνονται ειδικότεροι λόγοι που κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκειται στον περιορισμό του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 ν. 4808/2021, ΔΕΝ 2022 σ. 216).
Με την κωδικοποίηση του ανωτέρω νόμου, στο άρθρο 250 του ΠΔ 62/2025, ορίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: …. για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4του άρθρου 14 ν. 1264/1982. Κατά συνέπεια, γίνεται ενδεικτική αναφορά όσων απαγορεύονται με ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά προστίθενται και λόγοι που σχετίζονται με την εφαρμογή του νέου νόμου που έχει ως τίτλο την ενάσκηση δικαιώματος αποσύνδεσης, τη συμφιλίωση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής κλπ.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αυτής, τίθενται η ανάπτυξη νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης και η καταγγελία να οφείλεται στη δράση αυτή.
Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης και του άρθρου 23 του Συντάγματος, νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι κάθε δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον από αυτή δεν επηρεάζεται ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας. Μορφές συνδικαλιστικής δράσης αποτελούν ενδεικτικά, η συλλογική δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων, η συμμετοχή σ`αυτό, η υποβολή υποψηφιότητας για εκλογή ως μέλους διοικητικών οργάνων του σωματείου, η εκλογή και δραστηριοποίηση μέσα στα όργανα αυτά, οι συλλογικές πρωτοβουλίες ενεργοποίησης σωματειακών διαδικασιών ανάδειξης νέας διοίκησης του σωματείου προς επιδίωξη και υλοποίηση συγκεκριμένων εργασιακών ή οικονομικών στόχων, η συμμετοχή σε νόμιμες απεργίες ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις του σωματείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων. Η συνδικαλιστική δράση συνήθως είναι συλλογική, ήτοι ασκείται από κοινού με άλλους εργαζομένους για επιδίωξη σκοπών που εμπίπτουν στον κύκλο της δραστηριότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά μπορεί να είναι και ατομική, εφόσον έχει σκοπό το συλλογικό συμφέρον, όπως ενδεικτικά η ενημέρωση συναδέλφων για τα εργασιακά τους δικαιώματα τους και τη διεκδίκησή τους.
Επομένως, η προστασία του νόμου ισχύει για κάθε εργαζόμενο, είτε είναι συνδικαλισμένος είτε όχι, αρκεί να πρόκειται για δραστηριότητα που αποβλέπει στην εκπλήρωση συλλογικού και όχι ατομικού συμφέροντος, χωρίς ν’ απαιτείται η δραστηριότητα αυτή να γίνεται κατ’ εντολή ή με την έγκριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 713/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1394/2019 Αρμ 2020/810, ΕφΘεσ 542/2018 ΕλλΔνη 2018/813).
Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει νόμιμη συνδικαλιστική δράση και αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την καταγγελία της σύμβασης, τότε η καταγγελία είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το αν η συνδικαλιστική δράση προκάλεσε ή όχι προσωπική διένεξη ή αντιπαράθεση μισθωτού και εργοδότη. Επίσης, για την ακυρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση του μισθωτού να υπήρξε αποκλειστικά η κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνέτεινε αιτιωδώς ως απλή συντρέχουσα αιτία σ’ αυτή. Δηλαδή, πρέπει ν’ αποδειχθεί ότι ο εργοδότης δεν θα έφθανε στην απόλυση του μισθωτού, χωρίς τη συνδικαλιστική δράση του τελευταίου (ΑΠ 2183/2014 ΝΟΜΟΣ).
Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr