Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναγνώριση και Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πηγή: Μελέτη κ. Iωάννη Δεληκωστόπουλου «Ασφαλιστικά μέτρα κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001» (ΕΠολΔ 2011).

«Η διαδικασία δημιουργίας της νέας ευρωπαϊκής έννομης τάξης προϋποθέτει, αφενός την πλήρη και ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων, αφετέρου τη δικονομική ευρωπαϊκή υπεροχή έναντι ορισμένων εθνικών δικονομικών διατάξεων, όταν αυτό επιβάλλεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για την εδραίωση του ευρωπαϊκού δικαίου. Οι δύο αυτές παράμετροι λειτουργούν, κατά τη γνώμη μας, σωρευτικά και συμπληρωματικά. Ειδικότερα, κατά τον Κανονισμό 44/2001, αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κάποιο κράτος μέλος, και είναι εκτελεστές στο κράτος αυτό, εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές. Δηλαδή, το ζητούμενο κατά τον κανονισμό είναι η εφαρμογή των εν ευρεία εννοία έννομων συνεπειών των αποφάσεων. Η εφαρμογή των έννομων συνεπειών των αποφάσεων αφορά τόσο στις αποφάσεις των δικαστηρίων της κύριας διαδικασίας, όσο και στις αποφάσεις που λαμβάνονται στο επίπεδο της προσωρινής δικαστικής προστασίας.

Προϋποθέσεις και διαδικασία αναγνωρίσεως και κηρύξεως της εκτελεστότητας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων 

  1. Προϋποθέσεις

Για την εφαρμογή των έννομων αποτελεσμάτων του εκάστοτε ασφαλιστικού μέτρου στην ημεδαπή (π.χ., προσωρινή επιδίκαση απαίτησης, συνέπειες απαγόρευσης διαθέσεως) απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Πρώτον, θα πρέπει να πρόκειται για εκτελεστή απόφασηδεν απαιτείται τελεσιδικία, αλλά θα πρέπει η απόφαση να μην έχει προσβληθεί ή να μην μπορεί να προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο- εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 32 του Κανονισμού 44/2001 και δη για απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ. Περαιτέρω, αν η εν λόγω απόφαση έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 31 του Κανονισμού 44/2001, θα πρέπει να μην έχει εκδοθεί κατά παραβίαση των όρων που έχει θέσει το ΔΕΚ ως προς την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου (εγγυοδοσία και το αιτούμενο μέτρο να αφορά μόνο συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου που πρέπει να βρίσκονται εντός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή). Κατά λογική ακολουθία δεν μπορεί να αποκλεισθεί εξολοκλήρου το ενδεχόμενο – κατά την αναγνώριση και την κήρυξη της εκτελεστότητας της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων – να εξετάζεται εμμέσως και η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους που διέταξε το συγκεκριμένο ασφαλιστικό μέτρο δυνάμει του άρθρου 31 του κανονισμού 44/2001. Αυτό μπορεί να προκύψει μόνο εφόσον το δικαστήριο που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο παραβίασε κατάφωρα την προϋπόθεση της ύπαρξης πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτουμένων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή. Βέβαια θα πρέπει να υπενθυμισθεί – και για αυτήν ακόμα την περίπτωση της κατάφωρης παραβίασης της προϋπόθεσης της ύπαρξης πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτουμένων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή – ότι το δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης δεν ερευνά τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους απ’ όπου προέρχεται η απόφαση. Τούτο διότι, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ο έλεγχος της διεθνούς δικαιοδοσίας ανήκει στον ίδιο τον δικάζοντα δικαστή. Εντούτοις, επί ασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 31, η προϋπόθεση της ύπαρξης πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτουμένων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή ενδέχεται να επιτρέψει, εδώ, τον έμμεσο έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους που διέταξε το συγκεκριμένο ασφαλιστικό μέτρο (ιδίως επί προσωρινής καταβολής απαιτήσεως ή για περιουσιακό αντικείμενο που εν τω μεταξύ μετακινήθηκε). Και αυτό μπορεί να συμβεί υπό ‘τον μανδύα’ του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων που έχει θέσει το ίδιο το ΔΕΚ.

Παρά τις οποιεσδήποτε δίκαιες αντιρρήσεις που αυτόματα προκαλεί ο εκ πλαγίου έλεγχος της δικαιοδοτικής εξουσίας άλλου δικαστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η δυνατότητα αυτή ίσως δεν πρέπει να αποκλεισθεί εξολοκλήρου για τα ασφαλιστικά μέτρα.

Πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων, απαιτείται η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων να έχει εκδοθεί κατ’ αντιμωλία και να μην έχουν παραβιασθεί τα δικαιώματα άμυνας του καθού η αίτηση. Ειδικότερα, όπως αναπτύξαμε και στα προηγούμενα, η ex parte διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων – παρόλο που αναγνωρίζεται στο ελληνικό δίκαιο, θεωρείται ότι παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασης, όπως αυτό προστατεύεται στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Συνεπώς, για να αναγνωρισθούν και να κηρυχθούν εκτελεστά τα ασφαλιστικά μέτρα στην ημεδαπή απαιτείται διαδικασία η οποία έχει διεξαχθεί κατ’ αντιδικία και όχι ex parte. Διαφορετικά, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως (άρθρο 34 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001) ή/και στο κώλυμα αναγνωρίσεως του άρθρου 34 παρ. 2 του κανονισμού (αν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ή άλλο ισοδύναμο δικόγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εγκαίρως στον ερημοδικήσαντα διάδικο ώστε να μπορεί να αμυνθεί).

Περαιτέρω, κατά την αναγνώριση και την κήρυξη της εκτελεστότητας της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα απαιτείται η εν λόγω απόφαση να μην είναι ασυμβίβαστη με άλλη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως ή ακόμα και με απόφαση δικαστηρίου της κύριας δίκης που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων (κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 3 του Κανονισμού 44/2001). Και αυτό γιατί οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, όπως ακριβώς οι αποφάσεις των δικαστηρίων της κύριας διαδικασίας, υπόκεινται στους κανόνες του ασυμβιβάστου που θέτει ο κανονισμό. Πιο συγκεκριμένα, το ασυμβίβαστο εντοπίζεται στην ανάγκη αποφυγής πρόκλησης αλληλοαποκλειόμενων εννόμων συνεπειών.

Δηλαδή, το ασυμβίβαστο άπτεται των αποτελεσμάτων των δικαστικών αποφάσεων και δεν αφορά τις προϋποθέσεις παραδεκτού και διαδικασίας. Τέλος, αυτονόητο είναι, ότι για να κηρυχθεί εκτελεστή στην ημεδαπή μία απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 44/2001, θα πρέπει ο διάδικος να έχει έννομο συμφέρον και να νομιμοποιείται ενεργητικά για να υποβάλλει τη σχετική αίτηση κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

  1. Διαδικασία αναγνωρίσεως και κηρύξεως της εκτελεστότητας απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα

Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων – όπως και κάθε απόφαση που εκδόθηκε και είναι εκτελεστή σε κράτος μέλος- κηρύσσεται εκτελεστή με αίτηση του ενδιαφερομένου που έχει έννομο συμφέρον. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται «κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης» στο Μονομελές Πρωτοδικείο της κατοικίας του καθού η εκτέλεση ή του τόπου της εκτέλεσης και δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία του καθού σε περισσότερες δικαστικές περιφέρειες του κράτους εκτελέσεως, η κατά τόπον αρμοδιότητα υπάρχει για όλες. Επίσης, αν ο καθού οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο ή εταιρεία, ως έδρα θεωρείται είτε η καταστατική έδρα, είτε η κεντρική διοίκηση, είτε η κύρια εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της εταιρείας. Περαιτέρω, ο αιτών οφείλει να διορίσει αντίκλητο. Σύμφωνα με μία άποψη, ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος μόνο για το πρώτο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αντίθετα, για την επίδοση του ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 43 του κανονισμού 44/2001 απαιτείται διορισμός αντικλήτου με δήλωση στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 142 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά την μάλλον κρατούσα θέση στη νομολογία, ο αντίκλητος ο οποίος διορίζεται από τον αιτούντα κατά το άρθρο 40 παρ. 2 του κανονισμού, διαθέτει εξουσία παραλαβής όλων των δικογράφων των ενδίκων μέσω.

Δηλαδή, μπορεί να δέχεται (ήτοι να παραλαμβάνει), να υπογράφει και να καταθέτει κάθε είδους δικόγραφα και έγγραφα, καθώς και έγγραφα εισαγωγικά δίκης. Κατά το άρθρο 41 του κανονισμού 44/2001, η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή «χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης» από το Πρωτοδικείου. Εξίσου σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα πάντα με την ίδια διάταξη του κανονισμού, «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις». Η διαδικασία δηλαδή στο πρώτο αυτό στάδιο είναι υποχρεωτικά μονομερής, ο καθού δεν ακούγεται. Η ex parte αυτή διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση μίας μη προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Σε αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο, υφίσταται από τον κανονισμό η άμεση δυνατότητα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 47 παρ. 2 και παρ. 3), χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια για τη λήψη αυτών ή μεταγενέστερη απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου για την επικύρωσή τους. Έτσι, για παράδειγμα, έχει κριθεί ότι για την εγγραφή προσημειώσεως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 της Σύμβασης των Βρυξελλών (πλέον άρθρο 47 παρ. 2 και παρ. 3 του κανονισμού 44/2001), δεν απαιτείται καν η προηγούμενη επίδοση της απόφασης του Πρωτοδικείου που κήρυξε την εκτελεστότητα. Δηλαδή, η επίδοση της πράξεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κηρύσσει εκτελεστή την απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα επιβολής των ασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 47 παρ. 2 και παρ. 3 του κανονισμού 44/2001.

Κατ’ άρθρο 42 του κανονισμού 44/2001, «η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως». Επίσης, «η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση [..]». Κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή–το εν λόγω ένδικο βοήθημα της προσφυγής δεν είναι, σύμφωνα με πάγια πλέον νομολογία, έφεση, αλλά ανακοπή που ασκείται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 585 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με εμπρόθεσμη επίδοση του αντιγράφου του στον αντίδικο. Βέβαιον επίσης είναι, ότι το δεύτερο αυτό στάδιο της διαδικασίας εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και ο οφειλέτης μπορεί πλέον να προβάλλει τους, κατά τον κανονισμό, λόγους μη αναγνώρισης της απόφασης, όπως και την απουσία των τυπικών προϋποθέσεων για την κήρυξη της εκτελεστότητας. Το Εφετείο, όπως και το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου (σε περίπτωση που έχει ασκηθεί αναίρεση, με επίκληση του αναιρετικού λόγου υπ. αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), μπορούν, «με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλουν τη διαδικασία, αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο ή αν η προθεσμία για την άσκησή του δεν έχει ακόμη εκπνεύσει».

Αναδημοσίευση από την ανωτέρω πηγή.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί