Γνωστοποίηση από τράπεζα στοιχείων προσωπικών δεδομένων δανειοληπτών σε τρίτους
Ο Νόμος 2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, όπως υπογραμμίζεται στην εισηγητική έκθεση του, θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη η οποία απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 9,
αλλά και των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 19 του Συντάγματος, οι οποίες ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του. Έτσι κατά το άρθρο 1 του νόμου τούτου, αντικείμενο αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στο δε άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι για τους σκοπούς αυτούς νοούνται, μεταξύ άλλων: Ως “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Ως “υποκείμενο των δεδομένων”, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Ως “τρίτος”, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο της επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας.
Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1 και 2 του ΝΔ 1059/1971, οι κάθε μορφής καταθέσεις είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57, 361 και 288 ΑΚ, άρθρο 2 του Ν 2076/1992, του Νόμου 1858/1989 και άρθρο 27 του Νόμου 1868/1989, προκύπτει ότι η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπευθύνων φυσικών προσώπων της, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσεως καταθέσεων και λογαριασμών και όχι μόνον των εις χρήμα καταθέσεων των πελατών της, έναντι παντός τρίτου και απαγορεύεται η παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας ή γνωστοποίησης σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις και λογαριασμούς (ΑΠ Ολ 3/1993 ΕλΔ 34,1459, ΕφΑΘ 1664/2001). Κατά συνέπεια, παρανόμως η Τράπεζα γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε τρίτο, έστω π.χ. και στη μητέρα του δανειολήπτη, που τυχαίνει να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση, τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά από την κόρη της και δικαιούται για το λόγο αυτό να αξιώσει αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Ευγενία Φωτοπούλου
info@efotopoulou.gr