Παραγραφή καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό
Η κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό λογαρισμό συνιστά κατά το άρθρο 830 ΑΚ σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης του καταθέτη με την Τράπεζα, δηλαδή η Τράπεζα παραλαμβάνει από τον καταθέτη ένα χρηματικό ποσό (αποκτά δηλαδή κυριότητα επί αυτού) και αναλαμβάνει απέναντί του την υποχρέωση να το «φυλάει» και να το αποδώσει στον καταθέτη όταν του ζητηθεί, έχοντας όμως την εξουσία στο μεσοδιάστημα να το χρησιμοποιεί.
Το δικαίωμα του καταθέτη να ζητήσει να του αποδοθεί το κατατεθειμένο χρηματικό αυτό ποσό, μαζί με τους αναλογούντες τόκους, υπόκειται, όμως, όπως κάθε δικαίωμα, σε παραγραφή και συγκεκριμένα εικοσαετή. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα ποιος θα είναι ο κύριος των χρημάτων αυτών σε περίπτωση που παρέλθει άπραγη η εικοσαετία χωρίς να κινηθεί καθόλου ο λογαριασμός. Τα σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο έλληνας νομοθέτης τα ρυθμίζει στο Ν.Δ. 1195/1942 «περί παραγραφής του Δημοσίου καταθέσεων παρά τράπεζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ανωτέρω Ν.Δ. 1195/1942 «καταθέσεις εις μετρητά… και τόκοι αυτών παρ’ ημεδαπαίς τράπεζαις…. υφ’ οινοδήποτε τύπον συσταθείσαι, περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον, εφόσον αι καταθέσεις επί 20ετίαν αφ’ ης απέβησαν διαθέσιμοι υπέρ των δικαιούχων, οι δε τόκοι επί 5ετίαν αφ’ ης κατέστησαν απαιτητοί… δεν εζητήθησαν υπό των δικαιούχων ή … δεν απετέλεσαν κατόπιν ειδικής αιτήσεως τούτων αντικείμενον πράξεως τίνος συνεπαγούσης μεταβολήν του σχετικού λογαρισμού».
Χωρίς την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, σύμφωνα με τα ισχύοντα στη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης κατά το αστικό δίκαιο, με την πάροδο της εικοσαετίας (πενταετίας για τους τόκους), η κυριότητα των χρημάτων αυτών του καταθέτη θα παρέμενε στον αντισυμβαλλόμενο του, δηλαδή την Τράπεζα, εφόσον δεν έχει προβάλει απέναντί της τη σχετική αξίωση ανάληψης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Τις παραγεγραμμένες αξιώσεις των καταθετών, όμως, τις κράτησε το Δημόσιο για τον εαυτό του. Σε περίπτωση βέβαια που καταβληθούν από την τράπεζα στον καταθέτη αν και παραγεγραμμένες, δεν μπορούν να αναζητηθούν πίσω από την τράπεζα, λόγω της μετατροπής των αξιώσεων αυτών σε φυσικών-ατελών ενοχών, με αποτέλεσμα αν ζητηθούν από το Δημόσιο η Τράπεζα να πρέπει να τις καταβάλει η ίδια, αν και το ποσό της παραγεγραμμένης αξίωσης το έχει αποδώσει στον καταθέτη της!
Συγκεκριμένα, με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω Ν.Δ. 1195/1942 και τα άρθρα 270 παρ.1, 272 παρ. 1 και 2α και 274 ΑΚ, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης ταμιευτηρίου σε ανοικτό λογαριασμό αξίωση των καταθετών προς είσπραξη του οικείου κεφαλαίου παραγράφεται μετά την παρόδο 20ετίας από την αρχική κατάθεση, ενώ των τόκων μετά την 5ετία από το χρονικό σημείο που αυτοί κατέστησαν απαιτητοί. Η παραγραφή αυτή, όμως, διακόπτεται με κάθε νέα κατάθεση στο λογαρισμό ή με κάθε ανάληψη ή με κάθε ειδική αίτηση του καταθέτη προς την τράπεζα που να επιφέρει μεταβολή του λογαρισμού, π.χ. λογιστική μεταφορά χρημάτων σε άλλο λογαρισμό του καταθέτη ή τρίτου.
Υποστηρίζεται ότι η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της κυριότητας, γιατί οι παραγεγραμμένες αξιώσεις δεν αποτελούν εμπράγματα δικαιώματα, αλλά ενοχικά και για αυτό το λόγο δεν πρόκειται για περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις της παραγραφής που εξυπηρετούν την εκκαθάριση παρελθοντικών εννόμων σχέσεων συνιστούν λόγο δημόσιας ωφέλειας.
Εντούτοις, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα στην υπόθεση «Ζολώτας κατά Ελλάδος» με την απόφασή του στις 29-01-2013, κρίνοντας ότι η κατάσχεση αδρανών τραπεζικών λογαριασμών έρχονται σε αντίθεση με το δικαίωμα της περιουσίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα εφημερίδα, εκδικάζοντας την προσφυγή του γιου του αποβιώσαντος Αναστασίου Ζολώτα, υποστηριζόταν ότι οι Ελληνικές Αρχές κακώς είχαν κατάσχει τα 30.550 ευρώ, που βρίσκονταν σε αδρανή τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του, λόγω παρέλευσης 20ετίας. Ο Αναστάσιος Ζολώτας, που είχε γεννηθεί το 1924 και πέθανε προτού προλάβει να προσφύγει στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναγκάσθηκε να φύγει στο εξωτερικό και άφησε σε αδράνεια, για περισσότερα από 20 χρόνια, έναν τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο υπήρχαν καταθέσεις και τόκοι ύψους 30.550 ευρώ. Όταν επέστρεψε και ζήτησε από την τράπεζα να κάνει ανάληψη του ποσού, που είχε στον λογαριασμό του, τον ενημέρωσαν ότι η όποια απαίτηση πρόσβασης στον λογαριασμό είχε παραγραφεί, λόγω παρέλευσης της σχετικής προθεσμίας και τα χρήματά του είχαν κατασχεθεί υπέρ του κράτους.
Με την παραπάνω επιχειρηματολογία συμφώνησαν, με αποφάσεις τους, τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια και του Αρείου Πάγου συμπεριλαμβανομένου και στη συνέχεια ο γιος του, Παναγιώτης Ζολώτας, αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Το δικαστήριο έκρινε ένοχη την Ελλάδα, για παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της περιουσίας και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα 15.000 ευρώ για υλική βλάβη. Στο σκεπτικό της απόφασής του το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές Αρχές είχαν αποτύχει στο καθήκον τους να προστατεύσουν την περιουσία του πατέρα, υποχρεώνοντας την τράπεζα να ειδοποιήσει εγκαίρως τον πελάτη της, για τον κίνδυνο κατάσχεσης των χρημάτων του σε λογαριασμό που είχε παραμείνει αδρανής για περισσότερα από 20 χρόνια. Επικρίνοντας, δε, τις αποφάσεις των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, το δικαστήριο σημειώνει ότι, επί της ουσίας ο λογαριασμός δεν παρέμεινε αδρανής και δίχως συναλλαγές αφού, όπως τονίζει, αποτελεί συναλλαγή η πρόσθεση των τόκων στο αρχικό κεφάλαιο του καταθέτη, κάτι που μέχρι σήμερα δε γίνεται δεκτό από την ελληνική θεωρία και νομολογία.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
E-mail: info@efotopoulou.gr