Ποινικοποίηση της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Θέσεις και απόψεις στη νομολογία.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967 «όποιος έχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, κάθε φύσεως προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, από τότε που κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Επακολούθησε η δημοσίευση του Ν. 3346/2005 «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων», σύμφωνα με το άρθρο 33 του οποίου για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 2.000 ευρώ. Στην συνέχεια με το άρθρο 4 της από 16/9/2009 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 3814/2010, ορίστηκε ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τις 5.000 ευρώ. Τέλος, με το άρθρο 30 του Ν. 3904/23/12/2010 αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 33 του Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, ενώ για την εφαρμογή της παρ. 2 του ίδιου άρθρου απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται από τον εργοδότη και δεν αποδίδονται στον ασφαλιστικό φορέα (εργατικών) να υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι αν η οφειλή είναι μικρότερη από τα ανωτέρω ποσά, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και συνεπώς η νέα ρύθμιση είναι επιεικέστερη από τις προηγούμενες, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των ως άνω εισφορών, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα αυτή (οφειλή) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ (προκειμένου για τις εργοδοτικές) και των 10.000 ευρώ (προκειμένου για τις εργατικές εισφορές). Περαιτέρω, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η επιεικέστερη αυτή διάταξη εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από τις 23/12/2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 3904/2010 (ΑΠ 780/2011, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
Παλαιότερα, είχε υποστηριχθεί στην νομολογία, (με χαρακτηριστική την απόφαση 88/2009 Πλημμ/κείου Γιαννιτσών, ΠοινΔνη 2010/984, η οποία θεωρείται μεμονωμένη), ότι κάθε μία μισθολογική περίοδος μη καταβολής των εισφορών αποτελεί μερικότερη πράξη που διατηρεί την αυτοτέλειά της, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την αθώωση των κατηγορουμένων, εφόσον τα οφειλόμενα ποσά εκάστης μισθολογικής περιόδου ήταν κατώτερα των ορίων του αξιοποίνουν που ίσχυαν κάθε φορά βάσει της εκάστοτε νομοθεσίας. Πρόκειται για μία μεμονωμένη θέση της νομολογίας (στην οποία μάλιστα μειοψήφησε ένα μέλος του δικαστηρίου), ενώ αντίθετα η κρατούσα θέση σήμερα θεωρεί ότι λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, δηλαδή το συνολικό ποσό της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικο διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής (βλ. ΑΠ 549/2008, 233/2009 Πλημ/κειο Δράμας, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), με βάση την λογική ερμηνεία της διάταξης (ratio του νομοθέτη), κατά την οποία δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση της εξάλειψης του αξιοποίνου το ποσό των κατά μήνα οφειλόμενων εισφορών, διότι υπό μία τέτοια εκδοχή, θα αποποινικοποιούνταν αυτόματα η συμπεριφορά του συνόλου σχεδόν των παραβατών της διάταξης του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967.
Τέλος, ιδιαίτερα αυστηρή είναι η νομολογία και σε σχέση με την αναγνώριση ελαφρυντικών αιτίων στον κατηγορούμενο. Έτσι, έχει κριθεί σχετικά ότι η αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β’ του ΠΚ, δηλαδή των μη ταπεινών αιτίων (με την αιτιολογία ότι η μη καταβολή δεν έγινε κακόβουλα, αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων, πτώχευσης του εργοδότη κ.α.) είτε προβάλλεται αορίστως, αφού στην πράξη γίνεται μόνο μνεία της διατάξεως, χωρίς την προσκόμιση κάποιου εγγράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 217/2011, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), είτε δεν συντρέχει στην επίδικη περίπτωση (βλ. σχετ. ΑΠ 294/2012, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr