Προϋποθέσεις της νομικής βασιμότητας της προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή
Στις περιοριστικά εκ του νόμου αναφερόμενες περιπτώσεις, ήτοι στις διατάξεις των άρθρων 86, 87, και 88 του ΚΠολΔ προβλέπεται ο θεσμός της προσεπίκλησης, δυνάμει του οποίου, σκοπείται ο εξαναγκασμός τρίτου να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη και να υποστεί τις συνέπειες της αποφάσεως. Η προσεπίκληση διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της δίκης έναντι τρίτων και για την άσκηση της πρέπει να συντρέχουν όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που αφορούν το πρόσωπο του τρίτου ή το αντικείμενο της δίκης και ειδικότερα τόσο ως προς την ταυτότητα της διαδικασίας της αρχικής δίκης και της δίκης κατά του τρίτου, την οποία ανοίγει η προσεπίκληση, καθώς και ως προς τη δικαιοδοσία και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα. Πρέπει δε ακόμη να συντρέχουν και οι εξής ειδικές προϋποθέσεις: α) ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, β) ιδιότητα του προσεπικαλούμενου ως τρίτου και τέλος γ) έννομο συμφέρον το οποίο υφίσταται κατά το νόμο μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 86, 87 και 88 του ΚΠολΔ, ήτοι αυτές της προσεπικλήσεως των αναγκαίων ομοδίκων, του αληθούς κυρίου ή νομέα και τέλος του δικονομικού εγγυητή. Οι ως άνω περιπτώσεις αναφέρονται περιοριστικά αποκλειόμενης της διεύρυνσης τους με ανάλογη εφαρμογή ή συμφωνία των μερών (βλ. σχετ. ΕφΑθ 2302/2011 ΕλλΔνη 2012.251, ΕφΑθ 435/2001 ΕΔΠολ 2001.36, ΕφΑθ 7262/1997 ΕλλΔνη 39.928).
Μεταξύ των περιπτώσεων που η προσεπίκληση είναι επιτρεπτή, περιλαμβάνεται και η προσεπίκληση του λεγομένου δικονομικού εγγυητή (αρθρ. 88 ΚΠολΔ). Βάση της προσεπικλήσεως αυτής και της τυχόν ενωθείσας με αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως, είναι κάποια προϋφισταμένη έννομη σχέση, είτε εκ του νόμου, είτε εξ αδικήματος, από την οποία προκύπτει υποχρέωση του προσεπικαλουμένου-τρίτου να καταβάλει στον προσεπικαλούντα – εναγόμενο την αποζημίωση που ζητά από τον τελευταίο ο ενάγων με την κύρια (βασική) αγωγή του (ΑΠ 1040/2005 ΕλλΔνη 2007. 198). Κατά συνέπεια, απαραίτητο στοιχείο για τη νομιμότητα της προσεπικλήσεως και της ενωμένης αγωγής αποζημιώσεως είναι να αναφέρεται σε αυτήν η ύπαρξη, μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου, εννόμου σχέσεως (ΕφΑθ 6645/2011 ΕλλΔνη 2012.1079). Επιτρεπτή υπό τους όρους των προαναφερομένων άρθρων είναι η προσεπίκληση τρίτων προσώπων και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΜΠΑθ 14447/1997 ΕλλΔνη 1998.213, Β. Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ αρθ. 686 αρ. 38, 39).
Συνεπώς, αν ο προσεπικαλών αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής, δεν νομιμοποιείται να μεταφέρει τις συνέπειες της ήττας του στον προσεπικαλούμενο. Μάλιστα έχει κριθεί από τη νομολογία (ΠολΠρωτΚαβαλ 73/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ότι ο υπάρχων σε αυτήν (στην προσεπίκληση) ισχυρισμός ότι αποκλειστικά υπόχρεος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος είναι ο προσεπικαλούμενος καθιστά αυτές (προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή) νόμω αβάσιμες, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού, που συνεπάγεται την απόρριψη αυτής, αίρει ταυτόχρονα και το νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ προσεπίκλησης και της ενωμένης μ` αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.
Για να υπάρχει σχέση δικονομικής εγγύησης, αφού βάση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή είναι η ύπαρξη έννομης σχέσης που συνδέει τον προσεπικαλούντα με τον προσεπικαλούμενο, η οποία πρέπει να προϋπάρχει της κύριας δίκης και να δικαιολογεί την μετακύλιση στον προσεπικαλούμενο των συνεπειών της ήττας του προσεπικαλούντος κατά την κύρια δίκη. Αν δεν συντρέχουν τα παραπάνω στοιχεία, τότε η προσεπίκληση απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη (βλ. ΜονΠρΠειρ 173/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ), δυνάμενη όμως να έχει τα αποτελέσματα της ανακοίνωσης δίκης κατ’ άρθρο 91 ΚΠολΔ.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr