Στοιχεία ορισμένου της ένστασης συμψηφισμού
Στοιχεία του ορισμένου της γνήσιας ένστασης καταβολής κατ’ άρθρ. 416 Α.Κ. αποτελεί η αιτία, το ποσό και ο χρόνος της καταβολής (ΑΠ 191 έως 193/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 339/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 250/2002 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 416 και 417 του Α.Κ. «Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή». «Η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ. α` ΑΚ συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν σύμβασής του με τον οφειλέτη, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 134/2013 ΤΝΠ Νόμος). Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν ενεργεί κατ’ αρχήν έναντι του δανειστή, εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται απ’ αυτήν (ΑΠ 537/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 882/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στο δικαιούχο της απαιτήσεως να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό (συμβιβασμό). Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 § 1 και 222 § 2 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να γίνεται αναφορά- με τρόπο σαφή και ορισμένο των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά νόμο την προβλεπόμενη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη και ομοειδή ανταπαίτησή του κατά του δανειστή, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα αναπλήρωσης και κατ’ ακολουθία θεραπείας της για το λόγο αυτόν αοριστίας της ένστασης με αναφορά σε άλλα έγγραφα, που αναφέρονται τα περιστατικά αυτά, με ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή των όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής (βλ. ΑΠ 7/76 ΝοΒ 24.537, ΕφΘεσ 3396/1987 Αρμ 43.36 Β. Βαθρακοκοίλης Αναλυτική Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόμος 1ος σελ. 613). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται: α) Περιγραφή, χρόνος γέννησης και το ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων, που προτείνονται σε συμβιβασμό (ΑΠ 793/2005 ΕλλΔνη 49.205), β) ότι οι απαιτήσεις είναι ομοειδείς (ΑΠ 386/1978 ΝοΒ 27.174), γ) ότι οι απαιτήσεις είναι υποστατές και έγκυρες (ΑΠ 181/1995 ΕλλΔνη 1996/1344) και δ) ότι οι αξιώσεις είναι ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες (Κατράς Αγωγές και ενστάσεις ΑΚ 2008 § 159 σελ. 1170). Ειδάλλως, ήτοι εφόσον δεν εξειδικεύονται τα παραγωγικά της ανταπαιτήσεως πραγματικά περιστατικά ή δεν καθορίζονται επακριβώς τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια που απαρτίζουν τη ανταπαίτησή κατά του δανειστή ώστε να καταστεί εφικτό στον ενάγοντα να απαντήσει σ` αυτή, στο δε Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος (βλ. και ΑΠ 7/76 ΝοΒ 24.537, ΑΠ 789/75 ΝοΒ 24.755). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 § 1 και 222 § 2 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται η απαίτηση του ενάγοντος δανειστή στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, το ποσό αυτής και ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε (υπ’ αριθμ. 7723/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης -ΤΝΠ Nomos). Σημειωτέον ότι για την ένσταση συμψηφισμού δεν καταβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου (Νικ. Τσάκος, Οι ενστάσεις του αστικού δικαίου και της πολιτικής δικονομίας, Τεύχος Γ΄, 2005, σελ. 393, ΑΠ 225/1987 ΕΕργΔ 46.1015).
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος