Αγωγή επίδειξης εγγράφων και αοριστία αυτής
Τα άρθρα 901-903 του ΑΚ ρυθμίζουν την επίδειξη πραγμάτων και εγγράφων και καθορίζουν τους όρους με τους οποίους μπορεί να ζητηθεί και να πραγματοποιηθεί η επίδειξη αυτή. Τα ζητήματα για την επίδειξη εγγράφων και τη χορήγηση αντιγράφων ρυθμίζουν και τα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ και τα άρθρα 14-17 του Εμπορικού Νόμου, όπως επίσης και ο Οργανισμός Δικαστηρίων. Βεβαίως, βασικό δικονομικό αξίωμα είναι ότι κανείς δεν υποχρεούται να δίνει στον αντίδικο του αποδεικτικά στοιχεία για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Πλην όμως σε ορισμένες περιπτώσεις, που προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις, τόσο ο διάδικος όσο και ο τρίτος υποχρεούνται να επιδείξουν έγγραφα τα οποία κατέχουν, ακριβώς γιατί από αυτά μπορεί να εξαρτηθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις η διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενο έγγραφο, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. του ΚΠολΔ ρυθμίζουν αποκλειστικά την υποχρέωση των διαδίκων ή τρίτων προς επίδειξη εγγράφου κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο (βλ. ΑΠ 1264/1983 Δ 15.400, ΕφΑΘ 172/2003 ΕλλΔνη 2003.998, Εφθεσ 1852/2003 Αρμ 2004.1150, Εφθεσ 1150/2001 ΕλλΔνη 2003.520, ΕφΛαρ 29/2002 Νόμος). Ο διάδικος που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει όπως υποχρεωθεί ο αντίδικος στην επίδειξη των εγγράφων τα οποία κατέχει, μπορεί, κατά το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, να υποβάλει στο δικαστήριο της κύριας δίκης το σχετικό αίτημα είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή είτε και με τις προτάσεις του, άλλως, ήτοι αν την υποχρέωση επιδείξεως έχει τρίτος, η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί μόνο με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΑΠ 1472/2002, ΕφΔωδ 165/2004 Νόμος, ΕφΛαρ 29/2002 Νόμος, ΕφΑΘ 17417/1994 ΕλλΔνη 1995.1261). Καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής προς επίδειξη, που ασκείται αυτοτελώς, είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ για την εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής προς επίδειξη, είτε αυτή στρέφεται κατά του αντιδίκου της κύριας δίκης είτε κατά τρίτου, αποκλειστικώς αρμόδιο λόγω συνάφειας είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή (βλ. Νικολόπουλο, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΕρμΑΚ, έκδοση 1982, τόμος IV, άρθρο 902, σελ. 557).
Εξάλλου, τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη πρέπει να μνημονεύονται στην περί τούτου αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη. Η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού των επιδεικτέων εγγράφων επιβάλλεται: α`) από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, που αξιώνει τον ακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, β`) από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 του ίδιου κώδικα, οι οποίες καθιστούν αντικείμενο αποδείξεως μόνον τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή συγκεκριμένα περιστατικά και γ`) από τη διάταξη του άρθρου 916, που ορίζει ότι αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 452 § 1 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος ή την ενέργεια πράξης. Τέτοιες είναι οι των άρθρων 941 και 946 του ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει ότι το αντικείμενο της εκτελέσεως πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (βλ. ΑΠ 776/2005 Νόμος, ΑΠ 953/2002 Νόμος, ΕφΑΘ 2456/2002 ΕλλΔνη 2005.212, ΕφΑΘ 1721/2003 ΕλλΔνη 2003.998, Εφθεσ 1150/2001 ό.π.).
Ειδικότερα, όταν η αίτηση αυτή αφορά τα εμπορικά βιβλία του αντιδίκου του αιτούντος, πρέπει να αναφέρει ειδικώς το ή τα βιβλία που αφορά, να προσδιορίζει με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο (με αναφορά της σελίδας ή της ημερομηνίας εγγραφής) το σημείο τους, το οποίο του είναι χρήσιμο για την απόδειξη των ισχυρισμών του και να εκθέτει το περιεχόμενο του τμήματος αυτού (ΑΠ 209/1994 ΕΕΝ 1995.195, ΑΠ 508/1993 ΕλλΔνη 35.1299, ΑΠ 1023/1992 ΔΕΝ 49.82-291, ΕφΛαρ 29/2002 Νόμος). Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (για το ορισμένο της αγωγής βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ό.π. σελ. 558). Πάντως είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν: α`) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β`) βιβλία με τις αναγραφόμενες σ` αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό (ΕφΠειρ 1157/1996 ΕλλΔνη 38.892), γ`) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα ο` αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων (ΕφΑΘ 11203/1986 ΕλλΔνη 29.141), δ`) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης κλπ.) (ΕφΑΘ 164698/1988 ΕλλΔνη 1993.1366, 8620/2006 ΜΠρΘες/κης).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr