Ο αρραβώνας κατά τα άρθρα 402 & 403 Α.Κ.
Σύμφωνα με το άρθρο 402 Α.Κ., «αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης δόθηκε αρραβώνας, εφόσον δεν ορίστηκε τίποτε άλλο, θεωρείται ότι δόθηκε για την κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεση της σύμβασης», κατά δε το άρθρο 403 εδ. α΄ Α.Κ. «Ο υπαίτιος για τη μη εκτέλεση της σύμβασης χάνει τον αρραβώνα που έδωσε ή αποδίδει διπλάσιο αυτόν που έλαβε».
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αρραβωνική σύμβαση είναι παρεπόμενη σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος δίνει στον άλλο ένα αντικείμενο, συνήθως χρηματικό ποσό, με τη συμφωνία ότι αν ο δότης δεν εκπληρώσει υπαιτίως την οφειλόμενη από την κύρια σύμβαση παροχή του θα το απωλέσει, ενώ αν ο αντισυμβαλλόμενός του δεν την εκπληρώσει υπαιτίως, θα υποχρεωθεί να του επιστρέψει το δοθέν στο διπλάσιο[1]. Οι προϋποθέσεις του αρραβώνα είναι σωρευτικώς τρεις, ήτοι α) η ύπαρξη έγκυρης κύριας συμβατικής υποχρέωσης, β) η σύναψη της παρεπόμενης αρραβωνικής σύμβασης και γ) η παροχή (= η δόση) του αντικειμένου του που πρέπει να είναι κατάλληλο να χρησιμεύσει ως αρραβώνας.
Ιδίως όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, εκ του άρθρου 402 Α.Κ. προκύπτει ότι ο αρραβώνας δίνεται «κατά την κατάρτιση της σύμβασης», όπερ σημαίνει ότι ο αρραβώνας δίνεται για καταρτισμένη σύμβαση ή έστω και κατά τη σύναψη προσυμφώνου (με το οποίο δημιουργείται τελεία ενοχή), όχι όμως και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Από τον παρεπόμενο δε χαρακτήρα του αρραβώνα προς την κύρια ενοχή προκύπτει αφενός ότι για να είναι έγκυρη η αρραβωνική σύμβαση απαιτείται έγκυρη κυρία σύμβαση, και αφετέρου ότι ο αρραβώνας υποβάλλεται στον τύπο που τυχόν προβλέπεται για την κυρία σύμβαση. Έτσι, όταν ο αρραβώνας αφορά σύμβαση που καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς, όπως στην περίπτωση μετάθεσης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, πρέπει η συμφωνία για τον αρραβώνα να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, άλλως είναι άκυρη και ο αρραβώνας αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, χωρίς να τυγχάνουν εφαρμογής επ’ αυτού τα άρθρα 402 και 403 Α.Κ.. Μάλιστα, εάν ο αρραβώνας δόθηκε στο πλαίσιο προσυμφώνου που αφορά μεταβίβαση ακινήτου, εάν το τελευταίο δεν καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό αλλά με ιδιωτικό έγγραφο, είναι άκυρο και δεν παράγει τις έννομες συνέπειές του, όπως άκυρη είναι και η (παρεπόμενη) συμφωνία για τον αρραβώνα.
Ο αρραβώνας, υπό την ισχύ της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να εξυπηρετεί διαφόρους σκοπούς. Μπορεί να είναι «επιβεβαιωτικός», υπό την έννοια ότι δίνεται σαν σύμβολο κατάρτισης της σύμβασης, μπορεί να δίνεται ως «επιτίμιο μεταμέλειας» για να χρησιμεύσει ως συνέπεια της υπαναχώρησης από την κυρία σύμβαση, μπορεί να δίνεται για την κάλυψη της ενδεχόμενης ζημίας από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης και για απαλλαγή από το βάρος αποδείξεως της ζημίας αυτής ή μπορεί, τέλος, να συμφωνείται ότι θα ενεργεί ως ποινική ρήτρα (ποινικός αρραβώνας)[2]. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι με τη διάταξη του άρθρου 402 Α.Κ. τίθεται ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, ο αρραβώνας θεωρείται δοθείς προς κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεση της κυρίας συμβάσεως, ήτοι λογίζεται ως ποινικός, λειτουργών καθ’ όμοιο προς την ποινική ρήτρα τρόπο, οπότε και καταπίπτει αν ο οφειλέτης βρεθεί σε υπαίτια αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή αν τελεί σε υπερημερία εκπληρώσεώς τους κατά τον ορισθέντα συμβατικώς χρόνο, άλλως από της οχλήσεώς του από τον δανειστή, ο οποίος και δικαιούται πλέον εκ της παρεπόμενης αρραβωνικής σύμβασης είτε να κρατήσει τον αρραβώνα που έχει λάβει είτε να θέσει θέμα αποδόσεώς του στο διπλάσιο.
Τέλος, σημαντικής νομολογιακής επεξεργασίας έχει τύχει το ζήτημα της διάκρισης του αρραβώνα από την προκαταβολή[3]. Οι βασικές διαφορές τους εντοπίζονται στο ότι α) η προκαταβολή τελεί υπό τη νομική αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον της ενοχής, και όχι υπό την αίρεση της μη εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, όπως ο αρραβώνας, και β) σε περίπτωση εξόδου της νομικής αιρέσεως, η προκαταβολή αναζητείται, ενώ η τύχη του αρραβώνα ρυθμίζεται κατά το άρθρο 403 Α.Κ.. Ενόψει των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι ο χαρακτηρισμός του αρραβώνα πρέπει να είναι αναμφίβολος, εν αμφιβολία, δε, προκρίνεται η ερμηνεία ότι τα καταβληθέντα αφορούν προκαταβολή και μόνον.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. ιδίως Β. Τσούμα, Αρραβώνας & Ποινική Ρήτρα, Νομολογία – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2008, σελ. 5-21 και 27-37 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία, αλλά και Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, Άρθρα 287-495, σελ. 419-429 και Μ. Π. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 3η έκδοση, Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα, σελ. 518-536.
[2] Βλ. αναλυτικά Β. Τσούμα, όπ.π., σελ. 11-15.
[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1500/2008, ΜΠρΡοδ 5/2006, ΕφΛαρ 674/2004, ΕφΠατρ 147/2001, ΕιρΑθ 1907/1992.