Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι κρίσεις των υγειονομικών επιτροπών ΚΕΠΑ

Η κρίση των υγειονομικών επιτροπών ΚΕΠΑ, ως προς τα ιατρικής φύσης ζητήματα που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών, ήτοι ως προς τη φύση, τα αίτια, την έκταση, τη διάρκεια και τον χρόνο έναρξης της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής πάθησης του συνταξιούχου, είναι δεσμευτική, τόσο για τα ασφαλιστικά όργανα του Ο.Γ.Α., όσο και για τα επιλαμβανόμενα της υπόθεσης κατόπιν άσκησης προσφυγής διοικητικά δικαστήρια, εφόσον η κρίση αυτή είναι νομίμως αιτιολογημένη. Στην περίπτωση, όμως, που η γνωμάτευση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθίσταται αναιτιολόγητη και η στηριζόμενη σ΄ αυτή απόφαση του ασφαλιστικού οργάνου ή του διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 1594/1994 7μ, 1914/1999, 3145/2002, 3229/2004, 188, 3393/2009, 4297/2013, 3906/2015).

Ειδικότερα σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τις Υγειονομικές Επιτροπές [άρθρο 29 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υφυπουργού Εργασίας 57440/13.1.1938, Β΄ 33)],αυτές διαπιστώνουν τη φύση, τα αίτια, την έκταση και τη διάρκεια της σωματικής ή πνευματικής πάθησης ή βλάβης, κρίνουν για την επίδραση αυτών από ιατρικής και ασφαλιστικής απόψεως επί της καθ΄ όλου ανικανότητας ή την ανάκτηση της ανικανότητας αυτής προκειμένου: α) Περί ασφαλισμένων για την άσκηση του συνήθους βιοποριστικού επαγγέλματος ως και κάθε παρεμφερούς. Οι αποφάσεις των Υγειονομικών Επιτροπών πρέπει να είναι αιτιολογημένες και να αναφέρεται ιδίως σ΄ αυτές κατά περίπτωση το ποσοστό της ανικανότητας για εργασία η χρονολογία επέλευσης της ανικανότητας σε ποσοστό 67%, η προβλεπόμενη διάρκεια της ανικανότητας αυτής (ΣτΕ 3229/2004).

Συνάμα έχει κριθεί στην σκέψη 7 της ΣτΕ 236/2016 ότι «επειδή σύμφωνα με γενική αρχή του δικαίου, όταν δευτεροβάθμιο όργανο κρίνει επί ενδικοφανούς προσφυγής του διοικουμένου, δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση του, εκτός εάν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση (ΣτΕ 4202/1986, 2340/1987), συνεπώς, όταν η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή κρίνει επί προσφυγής ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κατά αποφάσεως της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, η οποία (προσφυγή) – όπως προκύπτει από τα εκθέντα στην προηγούμενη σκέψη – οργανώνεται διαδικαστικά ως ενδικοφανής προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 2182/2015 7μ.), δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση στη νομοθεσία του ως άνω Ιδρύματος, ούτε προκύπτει από τη νομοθεσία αυτή η δυνατότητα της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος ασφαλισμένου, ενόψει, άλλωστε, και του ότι, προβλέπεται πάντως η δυνατότητα του ασφαλιστικού αυτού οργανισμού (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) να ασκήσει προσφυγή κατά της γνωματεύσεως της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, προκειμένου να μειωθεί το ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ασφαλισμένου (ΣτΕ 4202/1986).». Να σημειωθεί ότι στην ανωτέρω απόφαση υπήρξε και μειοψηφία, η οποία σημείωσε ότι  η φύση της γνωματεύσεως των υγειονομικών επιτροπών επί ιατρικής φύσεως θεμάτων είναι αμιγώς επιστημονική, γεγονός που δικαιολογεί τη δυνατότητα της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής να καταστήσει χειρότερη τη θέση του ασφαλισμένου ο οποίος προσφεύγει ενώπιον της. Σε περίπτωση, όμως, μεγάλης αποκλίσεως από τη γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, η ΒΥΕ οφείλει να αιτιολογεί ειδικά την κρίση της με την οποία καθιστά χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος ασφαλισμένου (πρβλ. ΣτΕ 18/2001, 2006/2007).

Παράλληλα ο διευθυντής κατά την έκδοση της διοικητικής πράξης με την οποία αποφαίνεται περί τη χορήγηση επιδομάτων ή συντάξεων αναπηρίας προς τους ασφαλισμένους ΙΚΑ πρέπει να λαμβάνει υπ όψιν και υποκειμενικά κριτήρια περί της καταστάσεως του αιτούντος. Ειδικότερα στην σκέψη 4 της ΣτΕ 236/2016 έχει κριθεί ότι το δικαίωμα προς λήψη συντάξεως λόγω αναπηρίας συναρτάται όχι προς αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια σχετικά με τον ιατρικό καθορισμό ορισμένου ποσοστού ανικανότητας προς εργασία λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, αλλά προς την εκ της αιτίας αυτής αδυναμία του ασφαλισμένου να κερδίζει τα προς βιοπορισμό αναγκαία μέσα. Η στάθμιση της αδυναμίας αυτής στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, δηλαδή στην, σε συσχετισμό προς τη διαπιστωθείσα πάθηση, βλάβη ή εξασθένηση, ικανότητα αυτού για εργασία, δυνάμενη να αποφέρει τα αναλόγως προς τις διαβαθμίσεις της αναπηρίας κατώτατα ποσοστά προσόδου σε σχέση με την πρόσοδο υγιούς ανθρώπου, όπως αυτή προσδιορίζεται στις εν λόγω διατάξεις (ΣτΕ 2040/2009, 2678/2011, 122/2015).

Από το συνδυασμό των  διατάξεων του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α. (άρθρο 29) με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 του ίδιου Κανονισμού, καθώς και με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 του ν. 702/1977 (Α΄ 268) και 79 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97), συνάγεται ότι ειδικώς όταν τα διοικητικά δικαστήρια, τα οποία επιλαμβάνονται αιτήματος ασφαλιστικής παροχής που θεμελιώνεται σε αναπηρία του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, υποχρεώνουν με προδικαστική απόφασή τους τα υγειονομικά όργανα του Ι.Κ.Α. να αποφανθούν επί ορισμένων από τα ως άνω ιατρικής φύσεως θέματα, όπως είναι και το ζήτημα αν ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου, τα όργανα όμως αυτά παραλείπουν να ανταποκριθούν στην εν λόγω υποχρέωσή τους, εμμένοντας σε ελλιπώς αιτιολογημένες γνωματεύσεις, τα ως άνω δικαστήρια έχουν δύο δυνατότητες: είτε να αναπέμψουν για μία ακόμη φορά την υπόθεση στα αρμόδια υγειονομικά όργανα, είτε να κρίνουν τα ίδια επί του αιτήματος του ασφαλισμένου, αφού προηγουμένως εκφέρουν κρίση επί των ως άνω ιατρικής φύσεως θεμάτων, χρησιμοποιώντας τα προς τούτο πρόσφορα αποδεικτικά μέσα. Και τούτο, διότι η παράλειψη των υγειονομικών οργάνων του Ι.Κ.Α. να γνωματεύσουν, ύστερα μάλιστα από την έκδοση σχετικών προδικαστικών αποφάσεων από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν είναι δυνατό να αποβεί τελικώς σε βάρος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου (Σ.τ.Ε. 3455/2003, 749/2010, 873/2011, 2680/2011, 4077/2013 κ.ά).

Ελένη Κλουκινιώτη

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί