Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διετής η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις – συνταγματική η σχετική διάταξη κατά την απόφαση του ΕιρΚαβαλ 212/2015 (δημ. ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α 143/28.6.2014) – και πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 – περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους κλπ, που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974, 3 ν. 31/1968, 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και ήδη του άρθρου 276 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν. 3463/2006 νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, «Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της».

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995- «Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατά αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης.

Η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995- είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 141 ν. 4270/2014 και του άρθρου 91 εδ. α` ν. 2362/1995 αντίστοιχα, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 141 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, στο άρθρο 91 εδ. α` ν. 2362/1995- ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και 90 παρ. 3 ν.  2362/1995 αντίστοιχα, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΠ 182/2014, ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 372/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ β` ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` αρθρ. 93 περ. β` ν. 2362/1995- η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ` αρθρ. 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ. δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010 ΤΝΠ -ΝΟΜΟΣ) σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (βλ. ΑΠ 1310/2009 ο.π.).

Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 140 παρ 3 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995- για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ’ αρθρ. 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το αρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το αρθρ. 22 § 1 εδ. β` αυτής αρχή της ίσης αμοιβής ή παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012), β) στις διατάξεις του αρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1474) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί τα ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του αρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΑΠ 536/2014, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 123/2011 βλ. και Ολ.ΑΠ 2/2011 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 «περί λογιστικού των ΝΠΔΔ», στην οποία ορίζεται ότι «ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών». Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος «η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής».

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί