Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ύπαρξη επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης ως αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 682 επόμ. του ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρεπόμενο της εκκρεμούς ή μέλλουσας να ανοιχθεί διαγνωστικής δίκης ως προς το επικαλούμενο ουσιαστικό δικαίωμα και αποβλέπουν στη διασφάλιση, διατήρηση ή προσωρινή ρύθμιση του τελευταίου, μέχρι να συντελεστεί δικαστικά η διάγνωσή του, αποβλέπουν συνεπώς στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Οι ειδικότερες προϋποθέσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι: α) η προβαλλόμενη ασφαλιστέα αξίωση να έχει γεννηθεί, δηλαδή να υφίστανται όλα τα – κατά την οικεία διάταξη νόμου που είναι στην in concreto περίπτωση εφαρμοστέα –  δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της και β) να υπάρχει συνδρομή είτε επείγουσας περίπτωσης είτε επικειμένου κινδύνου εκ του οποίου θα παραβλαπτόταν το επίδικο δικαίωμα ή η ικανοποίηση αυτού μέχρις επίτευξης της δικαστικής διάγνωσης κατά την εκκρεμή ή μέλλουσα ν’ ανοιχθεί διαγνωστική δίκη.

Όσον αφορά δε στο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (707 επ. ΚΠολΔ), με αυτό σκοπείται να αποτραπεί ο κίνδυνος να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή κατά τον ενδιάμεσο, μέχρις ότου αυτή εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό, χρόνο, είτε γιατί, κατά το χρόνο αυτό ο οφειλέτης, ενόψει και των τυχόν μέτρων που προς την κατεύθυνση αυτή ήδη λαμβάνει, θα έχει αποξενωθεί από τη διαθέσιμη κατασχετή περιουσία του, είτε γιατί θα έχει, μέχρι τότε, βλάψει, αλλοιώσει και γενικά αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία. Ο κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η απαίτηση πρέπει να είναι επικείμενος και να μην μπορεί να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι η εγγυοδοσία ή η προσημείωση υποθήκης. Τέτοιος είναι ιδίως ο κίνδυνος της προσεχούς απαλλοτριώσεως υπό ευρεία έννοια, αποκρύψεως, καταστροφής και γενικά αλλοιώσεως των κατασχετών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Έτσι η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ’ ου η αίτηση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι υπό αυτή την εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, και μάλιστα του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάστασης, σε κάθε εκκρεμή αγωγή ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου.

Απαιτώντας, συνεπώς, ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κα συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής θ’  αποκτήσει τίτλο εκτελεστό μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης, ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής, ως τέτοιας νοούμενης εκείνης η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει ν’ ασφαλισθεί από τον δικαιούχο, για να μην προξενηθεί από τη βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος.

Για το ορισμένο δε της σχετικής αίτησης, ως προς την προϋπόθεση της συνδρομής επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης, πρέπει σ’ αυτήν να γίνεται έστω και συνοπτική αναφορά των πραγματικών περιστατικών που πιθανολογούν τη συνδρομή του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης και δεν αρκεί η αναφορά στη στερεότυπη διατύπωση του νόμου, αλλά απαιτείται παράθεση συγκεκριμένων, έστω και συνοπτικώς, περιστατικών του εννοιολογικού προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών (λ.χ. ότι ο καθ’ ου είναι κατάχρεος και είτε έχει αρχίσει να εκποιεί τα περιουσιακά του στοιχεία επιδιώκοντας ν’ αποξενωθεί από αυτά, είτε επίκειται άμεση αναγκαστική εκποίησή τους για την πληρωμή άλλων χρεών του καθ’ ου, οπότε θα είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης), διαφορετικά είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί