Η ένσταση της δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 λόγω υπερδανεισμού. Αβασιμότητα της ένστασης
Η ένσταση της δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, την οποία προβάλλουν οι Πιστώτριες Τράπεζες και στην οποία στηρίζουν στη συμπεριφορά του αιτούντος να προβεί σε δανεισμό μη ανταποκρινόμενο στις οικονομικές του δυνατότητες, παρότι γνώριζε την αδυναμία του να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις, έχει κριθεί ότι στερείται βασιμότητας. Στερείται βασιμότητας καθόσον ο υπερδανεισμός από μόνος του, ο οποίος αποτέλεσε κυρίαρχο φαινόμενο, τα τελευταία χρόνια στη χώρα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί δόλιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, εφόσον δεν συνέτρεξαν μεταγενέστερα της ανάληψης των χρεών γεγονότα , όπως η διάθεση, με χαριστικές δικαιοπραξίες, περιουσιακών στοιχείων, που του απέφεραν εισόδημα, το οποίο στερήθηκε. Αντίθετα η απρόβλεπτη μείωση των εισοδημάτων του, ως συνέπεια της γενικότερης οικονομικής κρίσης, που μαστίζει τη χώρα, σε συνδυασμό με την ανακυκλούμενη προσφυγή σε πιστωτικά προϊόντα προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων δανείων, η οποία τροφοδοτήθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα, στα πλαίσια της επιθετικής πρακτικής προώθησης πιστώσεων και του μεταξύ τους ανταγωνισμού, που κυριάρχησε, κατά τα τελευταία χρόνια, στο τραπεζικό σύστημα , αποτέλεσαν τη βασική αιτία της υπερχρέωσης του και της περιέλευσης του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (63/2014 ΕιρΞυλοκ). Επίσης, έχει κριθεί ότι η περί δόλιας αδυναμίας πληρωμών ένσταση των πιστωτριών τραπεζών, λόγω υπερδανεισμού του αιτούντος στερείται βασιμότητας, καθόσον κατά τον χρόνο που ανέλαβε τις παραπάνω δανεικές υποχρεώσεις οι αποδοχές ήταν πολύ μεγαλύτερες των σημερινών, τέτοιες που του επέτρεπαν την εξυπηρέτηση των δανείων του, η δε απρόβλεπτη γενικότερη οικονομική κρίσης της χώρας, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και η συνεπεία αυτής σημαντική μείωση των αποδοχών του, αποτέλεσε τη βασική αιτία της αδυναμίας του να εξυπηρετήσει τα χρέη του (266/2014 ΕιρΠατρ). Επιπλέον έχει κριθεί ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή, συνεκτιμώντας τα εισοδήματά του, το κόστος διαβίωσης του ίδιου, την συνεισφορά του στην διατροφή των ανήλικων τέκνων του, τις ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην αγορά δεν οφείλεται σε δόλο, σε κάθε δε περίπτωση, δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Σύμφωνα δε με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ο δανειολήπτης, που ζητά τη λήψη δανείου, δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το αίτημά του, ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα έρευνας της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών και να διαπιστώσουν με τη συνδρομή της τεχνολογίας τις τυχόν δανειακές υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (ηλεκτρονικά συστήματα «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ» κλπ), ώστε να αρνηθούν την εξακολούθηση της δανειοδότησής του, εφόσον είναι αφερέγγυος. Αν επομένως, το πιστωτικό ίδρυμα αγνοήσει τις καταχωρήσεις και εν γένει στοιχεία που καθιστούν το δανειολήπτη αφερέγγυο, φέρει ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Κατά συνέπεια δεν νοείται δολιότητατου δανειολήπτη, ο οποίος εν συνεχεία αδυνατεί να αποπληρώσει. Δολιότητα θα μπορούσε να νοηθεί, μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους, του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους (βλ. Αθ. Γ. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έκδοση 2012, σελ. 56 – 57, μ.π.π. στη νομολογία, 978/2014 ΕιρΚρωπίας). Τέλος, η ένσταση του δόλου, διαφορετικά της υπαιτιότητας του αιτούντος για την περιέλευσή του σε κατάσταση μόνιμης ανικανότητας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αφού γνώριζε ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε μετά βεβαιότητας σε αδυναμία να ικανοποιήσει τους πιστωτές του, απορρίπτεται ως αόριστος, όταν η πιστώτρια δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες του αιτούντος, με τις οποίες απέκρυψε από τις πιστώτριες την οικονομική του κατάσταση ή τις όποιες υποχρεώσεις είχε. Εφόσον δε τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες των δανειοληπτών τους (μέσω βεβαίωσης αποδοχών) απευθυνόμενα σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή ερευνώντας την οικονομική τους συμπεριφορά (έκδοση ακάλυπτων επιταγών) μέσω του συστήματος Τειρεσίας, αυτά αναλαμβάνουν την ευθύνη της χορήγησης ή μη των δανείων που τους ζητούνται (βλ. Δ. Μακρή: κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 αδημ, ΕιρΚρωπίας 735/2011 αδημ, Ειρθεσ 5182/2011 Α` Δημ. Νόμος, 22/2012 ΕιρΚρωπίας). Η μετέχουσα κυρίως παρεμβαίνουσα προβάλλει την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, την οποία στηρίζει στη συμπεριφορά του να προβεί σε δανεισμό μη ανταποκρινόμενο στις οικονομικές του δυνατότητες, παρότι γνώριζε την αδυναμία του να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις. Η ένσταση αυτή στερείται βασιμότητας, καθόσον ο υπερδανεισμός από μόνος του, ο οποίος αποτέλεσε κυρίαρχο φαινόμενο, τα τελευταία χρόνια στη χώρα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί δόλιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, εφόσον δεν συνέτρεξαν μεταγενέστερα της ανάληψης των χρεών γεγονότα , όπως η διάθεση, με χαριστικές δικαιοπραξίες, περιουσιακών στοιχείων, που του απέφεραν εισόδημα, το οποίο στερήθηκε. Τέτοια δε γεγονότα δεν συνέτρεξαν, εν προκειμένω. Αντίθετα η απρόβλεπτη μείωση των εισοδημάτων του, ως συνέπεια της γενικότερης οικονομικής κρίσης, που μαστίζει τη χώρα , σε συνδυασμό με την ανακυκλούμενη προσφυγή σε πιστωτικά προϊόντα προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων δανείων, η οποία τροφοδοτήθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα, στα πλαίσια της επιθετικής πρακτικής προώθησης πιστώσεων και του μεταξύ τους ανταγωνισμού, που κυριάρχησε, κατά τα τελευταία χρόνια, στο τραπεζικό σύστημα , αποτέλεσαν τη βασική αιτία της υπερχρέωσης του και της περιέλευσης του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, συντρέχουν, στο πρόσωπο των αιτούντων, οι προϋποθέσεις για την ένταξη τους στις ρυθμίσεις του ν.3869/2010 (63/2014 ΕιρΞυλοκ). Η περί δόλιας αδυναμίας πληρωμών ένσταση των μετεχουσών, λόγω υπερδανεισμού του αιτούντος στερείται βασιμότητας, καθόσον κατά τον χρόνο που ανέλαβε τις παραπάνω δανεικές υποχρεώσεις οι αποδοχές ήταν πολύ μεγαλύτερες των σημερινών (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 2009 και 2010), τέτοιες που του επέτρεπαν την εξυπηρέτηση των δανείων του, η δε απρόβλεπτη γενικότερη οικονομική κρίσης της χώρας, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και η συνεπεία αυτής σημαντική μείωση των αποδοχών του, αποτέλεσε τη βασική αιτία της αδυναμίας του να εξυπηρετήσει τα χρέη του. Η περί καταχρηστικότητας ένσταση της 4ης μετέχουσας, η ο οποία στηρίζεται στο ότι η κανονική από μέρους του αιτούντος εξυπηρέτηση των δανείων που του χορήγησε με ευνοϊκούς μάλιστα όρους της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η δε υπαγωγή του σε ρύθμιση θα έχει επαχθείς γι’ αυτήν συνέπειες, στερείται βασιμότητας, καθόσον η εξυπηρέτηση των δανείων του οφείλεται στις αυξημένες τότε οικονομικές του δυνατότητες, η δε ένταξη και των χρεών αυτών σε ρύθμιση, αποτελεί μεν επέμβαση στις απαιτήσεις της, όπως και σ’ αυτές των υπολοίπων πιστωτριών, πλην όμως οι συνολικές οφειλές του έχουν διαμορφωθεί σε δυσανάλογα προς τα εισοδήματά του επίπεδα, λόγω και των υψηλών επιτοκίων που ισχύουν στο χώρο της καταναλωτικής πίστης, με συνέπεια την υπερχρέωσή του, η οποία καθιστά αναγκαία τη μείωσή τους ώστε να εξασφαλιστεί σ’ αυτόν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και να μπορέσει να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, που αποτελεί σκοπό του νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, που υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών. Τέλος η περί καταχρηστικότητας της ένδικης αίτησης ένσταση, η οποία στηρίζεται στο ότι η πρόταση για πολύ μικρές καταβολές στο σχέδιο διευθέτησης είναι προσχηματική και αντίκειται στη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, υπό τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά στερείται νομικής βασιμότητας, γιατί, το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών καθορίζεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη, χωρίς κάποιο περιορισμό, αρκεί να είναι επαρκώς προσδιορισμένο ώστε να μπορεί να προκαλέσει τη συναίνεση των πιστωτών και τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού (266/2014 ΕιρΠατρ) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή, συνεκτιμώντας τα εισοδήματά του, το κόστος διαβίωσης του ίδιου, την συνεισφορά του στην διατροφή των τριών ανήλικων τέκνων του, τις ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην αγορά δεν οφείλεται σε δόλο, ο οποίος άλλωστε δεν αποδείχθηκε, σε κάθε δε περίπτωση, δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Σύμφωνα δε με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ο δανειολήπτης, που ζητά τη λήψη δανείου, δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το αίτημά του, ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα έρευνας της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών και να διαπιστώσουν με τη συνδρομή της τεχνολογίας τις τυχόν δανειακές υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (ηλεκτρονικά συστήματα «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ» κλπ), ώστε να αρνηθούν την εξακολούθηση της δανειοδότησής του, εφόσον είναι αφερέγγυος. Αν επομένως, το πιστωτικό ίδρυμα αγνοήσει τις καταχωρήσεις και εν γένει στοιχεία που καθιστούν το δανειολήπτη αφερέγγυο, φέρει ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Κατά συνέπεια δεν νοείται δολιότητατου δανειολήπτη, ο οποίος εν συνεχεία αδυνατεί να αποπληρώσει. Αθλιότητα θα μπορούσε να νοηθεί, μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους, του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους ( βλ. Αθ. Γ. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έκδοση 2012, σελ. 56 – 57, μ.π.π. στη νομολογία). Συνεπώς, ο ισχυρισμός των πιστωτριών, ότι ο αϊτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής διότι ελάμβανε υπέρογκα δάνεια, η αποπληρωμή των οποίων ήταν προδήλως αδύνατη, με βάση τα εισοδήματά του και την εν γένει οικονομική του δυνατότητα και έτσι περιέφερε τον εαυτό του σε κατάσταση υπερχρέωσης και το προφορικώς υποβληθέν κατά την συζήτηση αίτημα της πρώτης πιστώτριας, επίδειξης από τον αιτούντα του εκκαθαριστικού του σημειώματος του έτους 2007 προκειμένου να εξετασθεί αν μπορούσε ο αιτών να ανταποκριθεί στον παραπάνω δανεισμό, πρέπει να απορριφθούν (978/2014 ΕιρΚρωπίας)ένσταση του δόλου της αιτούσας, διαφορετικά της υπαιτιότητας της για την περιέλευσή της σε κατάσταση μόνιμης ανικανότητας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, αφού γνώριζε ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε μετά βεβαιότητας σε αδυναμία να ικανοποιήσει τους πιστωτές της. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αόριστος, αφού η πρώτη καθής δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες της αιτούσας, με τις οποίες απέκρυψε από τις πιστώτριες την οικονομική της κατάσταση ή τις όποιες υποχρεώσεις είχε. Εφόσον δε τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες των δανειοληπτών τους (μέσω βεβαίωσης αποδοχών) απευθυνόμενα σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή ερευνώντας την οικονομική τους συμπεριφορά (έκδοση ακάλυπτων επιταγών) μέσω του συστήματος Τειρεσίας, αυτά αναλαμβάνουν την ευθύνη της χορήγησης ή μη των δανείων που τους ζητούνται (βλ. Δ. Μακρή: κατ` άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 αδημ, ΕιρΚρωπίας 735/2011 αδημ, Ειρθεσ 5182/2011 Α` Δημ. Νόμος, 22/2012 ΕιρΚρωπίας).
Λένα Πολύζου,
Δικηγόρος,
Email: info@efotopoulou.gr