Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Καθ’ ύλην αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όταν σωρεύονται μαζί με τις αξιώσεις επί προσβολής σήματος και άλλες αξιώσεις όπως από το Ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού και από την ΑΚ 914

Η δωσιδικία της συνάφειας αποτελούσα το κυριότερο είδος της παρακολουθηματικής αρμοδιότητας, είναι αποκλειστικής και επηρεάζει και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι ειδικότερη αυτής του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν.3994/2011, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία

Σύμφωνα με το άρθρο 150 του Ν. 4072.2012 (αξιώσεις επί προσβολής σήματος) και ειδικότερα την παρ. 1, όποιος κατά παράβαση του άρθρου 125 χρησιμοποιεί ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσβάλλει σήμα που ανήκει σε άλλον, μπορεί να εναχθεί για άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση. Η δε αγωγή, σύμφωνα με την παρ. 9 του ιδίου άρθρου εγείρεται ενώπιον του αρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως ποσού και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.

Κατά την παρ. 10 όμως του ιδίου άρθρου οι αξιώσεις της παρ. 1 μπορεί να εισαχθούν και στο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο, εφόσον ασκούνται και άλλες αξιώσεις. Πιο συγκεκριμένα όταν η αγωγή για άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, καθώς και για αποζημίωση, εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν ενώνονται με διαφορές από το Ν. 146/1914 ή των άρθρων  914 επ. ΑΚ, οπότε εισάγονται στα αρμόδια πολυμελή πρωτοδικεία (βλ. ΠΠΑ 5795/10, ΕπισκΕΔ 2010, 921 & δημ. Nomos, Ρόκας, Σήματα Ερμηνεία του Ν. 4072/2012, 2013, 66).

Ειδικότερα έχει κριθεί νομολογιακά από την ως άνω απόφαση ότι «2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 Ν. 2239/1994 και 932 εδ. α΄ ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση προσβολής καταχωρισμένου σήματος, ο σηματούχος δικαιούται να απαιτήσει την άρση ή/και παράλειψη της στο μέλλον και, εφόσον αυτή είναι υπαίτια, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, 2007, σελ. 325 επ.).Η προσβολή του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος επί καταχωρισμένου σήματος συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαιτίως, συνιστά αδικοπραξία, επειδή ενέχει αφ’ εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία εκείνου. Δηλαδή, το γεγονός της επέμβασης δημιουργεί και την παράνομη πράξη κατ’ άρθρο 914 ΑΚ και την ειδική διάταξη του άρθρου 26 Ν. 2239/1994. Το τελευταίο άρθρο αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, και ως εκ τούτου τα άρθρα 914 επ. ΑΚ εφαρμόζονται όπου η ειδική διάταξη αφήνει κενά και στον βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η συμπληρωματική εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που την διέπει. Έτσι, π.χ., εφαρμόζονται συμπληρωματικώς τα άρθρα 922, 926 και 932 ΑΚ (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 324, πρβλ. ως προς την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 65 Ν. 2121/1993 ΑΠ 1493/2009 ΔίΜΕΕ 2010 72, ιδίως σελ. 74-75, ΑΠ 872/2009 ΕλλΔνη 50. 1054, Μ.-Θ. Μαρίνο, Η προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, ΕλλΔνη 35. 1441, 1447, και ως προς εκείνη του άρθρου 17 Ν. 1733/1987, Κ. Παμπούκη, Κανόνες δικαίου, ΕπισκΕΔ 2009, σελ. 721-722 υποσ. 2). 3. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 26 Ν. 2239/1994 ορίζει: «2. Η αγωγή εγείρεται ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως ποσού, και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία…», ενώ εκείνη της τρίτης παραγράφου του ίδιου άρθρου: «Οι διαφορές της πρώτης παραγράφου, αν ενωθούν με διαφορές εκ του Ν. 146/1914 ή των άρθρων 914 επ. του Αστικού Κώδικα, μπορεί να εισάγονται και στα αρμόδια Πολυμελή Πρωτοδικεία». Η υπαγωγή των διαφορών περί σημάτων στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων ανεξαρτήτως ποσού προκρίθηκε από τον νομοθέτη εν όψει της έντονης ανάγκης ταχύτητας στη δικανική κρίση επί διαφορών προσβολής σημάτων (βλ. την εισηγητική έκθεση, επίσης Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, Το σήμα υπηρεσιών, 1995, σελ. 82). 4. Από το προπαρατιθέμενο νομικό πλαίσιο συνάγεται ότι το μονομελές πρωτοδικείο είναι αποκλειστικώς καθ` ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση αγωγών, που έχουν ως ιστορική τους βάση την προσβολή καταχωρισθέντος σήματος κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,18 παρ. 3 και 4 παρ. IN. 2239/1994 και αίτημα τους την άρση ή παράλειψη της προσβολής ή/και την καταβολή αποζημίωσης και ηθικής βλάβης, ανεξαρτήτως ποσού. Το πολυμελές πρωτοδικείο καθίσταται καθ’ ύλην αρμόδιο μόνο στην περίπτωση της κατ` άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ή βάσεων, όπου εισάγεται έτερο αντικείμενο δίκης ερειδόμενο στην νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού ή στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει π.χ. όταν το σήμα χρησιμοποιείται στα πλαίσια των συναλλαγών και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης του ενάγοντος, οπότε με την σωρευόμενη αγωγή ζητείται η προστασία με βάση τον Ν. 146/1914 του διακριτικού γνωρίσματος (που ταυτίζεται με το σήμα) και όχι του ίδιου του σήματος (βλ. για την λεγόμενη «μη γνήσια» σύγκρουση σήματος και διακριτικού γνωρίσματος Τ. Φουντεδάκη, Η σύγκρουση των διακριτικών γνωρισμάτων, 2003, σελ. 88, επίσης ΠολΠρΑΘ 3613/2010 αδημ.), ή όταν πέραν του καταχωρισθέντος σήματος ζητείται η προστασία άλλων ιδιαίτερων διακριτικών γνωρισμάτων προϊόντος (βλ. τα πραγματικά περιστατικά στην ΠολΠρΑΘ 1225/2006 ΕΕμπΔ 2006 466). Αυτονόητο είναι ότι η συμπληρωματική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ επί αγωγής προσβολής καταχωρισμένου σήματος (βλ. σκέψη 2) δεν εισάγει νέο αντικείμενο δίκης, ήτοι νέα διαφορά, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. όμως εισάγεται αναρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι η αγωγή στηρίζεται στην προσβολή καταχωρισθέντων ημεδαπών και κοινοτικών σημάτων, χωρίς να ενώνεται με έτερη διαφορά υπαγόμενη στην υλική αρμοδιότητα του (βλ. σκέψεις 2-5). Σημειωτέον ότι η ενάγουσα εισφέρει μόνο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής της κατ` άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δε Δικαστήριο υπάγει αυτά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (βλ. ΑΠ 1468/2005 ΕλλΔνη 47. 90, ΑΠ 157/2004 ΕλλΔνη 45. 1642, ΕφΑΘ 1948/2007 ΕλλΔνη 49. 621, 623). Επομένως, πρέπει κατ` άρθρο 46 ΚΠολΔ να κηρυχθεί αναρμόδιο προς εκδίκαση της παρούσας υποθέσεως και να παραπεμφθεί η υπό κρίση αγωγή στο καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο και, συγκεκριμένα, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών».

Επιπρόσθετα παραθέτω το σκεπτικό και έτερης απόφασης, ήτοι της υπ’ αριθ. 2572/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία «σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2,4,14,15,17,18, 19,20 και 26 του ν. 2239/1994 περί σημάτων, εκείνος που κατέθεσε νόμιμο σήμα, το οποίο έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, αποκτά, μέχρι να διαγραφεί αυτό κατά τη νόμιμη διαδικασία το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση και δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο να απαγορεύσει σε όποιον το χρησιμοποιεί, παραποιεί ή απομιμείται το σήμα αυτό, να συνεχίσει τις πράξεις αυτές (παράλειψη) ή να τον υποχρέωση να τον αποζημιώσει ή και τα δύο. Την προστασία των παραπάνω άρθρων έχουν και τα σήματα φήμης (ΕΑ 6762/2007 «ΝΟΜΟΣ», ΕΑ 4008/2006 ΔΕΕ 2007.183). Εξάλλου, εάν το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησης του οπό άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει των διατάξεων του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών. Στην περίπτωση αυτή, ο νόμιμος δικαιούχος του διακριτικού γνωρίσματος δικαιούται να αξιώσει την παράλειψη της χρησιμοποίησης του από άλλον (ΑΠ 1131/1995 ΕλλΔνη 1996.1607, ΕΑ 6311/2005 ΔΕΕ 2006.385), περαιτέρω, η αγωγή για την παράλειψη προσβολής σήματος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 τοιι ν. 2239/94 περί σημάτων, εγείρεται ανεξαρτήτως ποσού, ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Η ίδια αγωγή, με το ίδιο αίτημα, δηλαδή της παράλειψης προσβολής σήματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 του ν 2239/1994, όταν στηρίζεται στις διατάξεις του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού ή στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών, υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, ως έχουσα αντικείμενο ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης (ΕΘ 156/2006 ΕΕΔ 2006.528). Στην περίπτωση που σωρεύονται αντικειμενικά οι παραπάνω αγωγές, είτε κύρια είτε επικουρικά (άρθρα 218 και 219 ΚΠολΔ) στο ίδιο δικόγραφο, δηλαδή η διαφορά από το σήμα με βάση το ν. 2239/1994, με τη διαφορά από το ν. 146/1914, καθώς και από τα άρθρα 914 επ ΑΚ, τότε δεν είναι πλέον αρμόδιο το κατ` αρχήν μονομελές πρωτοδικείο, αλλά κατ` εξαίρεση το κατά τόπο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο. Έτσι, το πολυμελές πρωτοδικείο καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που καθιερώνει τη δωσιδικία της συνάφειας με την οποία σκοπείται η οικονομία της δίκης, δικάζει και τη συναφή υπόθεση για την αίτηση που στηρίζεται στο ν. 2239/1994, αποκλειστικής αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου (ΕΔωδ 242/2006 «ΝΟΜΟΣ»), χωρίς να υποχρεούται να χωρίσει αφενός λόγω της ρητής πρόβλεψης του άρθρου 26 παρ. 3 του ν. 2239/1994 και αφετέρου επειδή η δωσιδικία της συνάφειας αποτελούσα το κυριότερο είδος της παρακολουθηματικής αρμοδιότητας, είναι αποκλειστικής και επηρεάζει και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι ειδικότερη αυτής του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην περίπτωση κύριων συναφών δικών (άρθρο 31 παρ. 3 ΚΠολΔ), δηλαδή εκείνων ως προς τις οποίες υπάρχει εσωτερικός ή ουσιαστικός σύνδεσμος που πηγάζει από την ίδια έννομη σχέση ουσιαστικού δικαίου ή από την ίδια αιτία, όπως όταν ζητείται η παράλειψη προσβολής σήματος με τις παραπάνω διαφορετικές νομικές βάσεις, είναι αποκλειστικά αρμόδιο καθ` ύλη και κατά τόπο το ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, αν οι συναφείς κύριες δίκες θα υπαγόταν αυτοτελώς σε διάφορα καθ` ύλην αρμόδια δικαστήρια του ίδιου ή διαφορετικού τόπου (ΕΑ 7997/1999 ΕλλΔνη 2001.450)….».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί