Περιορισμοί ως προς το ποσό της ποινικής ρήτρας επί μισθωτικών συμβάσεων
Εκ των άρθρων 293 παρ. 1 εδ. β΄, 294 και 345 Α.Κ., σκοπός των οποίων είναι να αποτραπεί η καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου δια του συνυπολογισμού στο ποσοστό αυτού και των προσθέτων παροχών, οι οποίες με διαφορετική νομική μορφή επιβαρύνουν ουσιαστικώς τον οφειλέτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 404 Α.Κ., συνάγεται ότι, επί συμβάσεων μίσθωσης, η συνομολόγηση εγγυοδοσίας ως ποινικής ρήτρας, η οποία θα καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή σε περίπτωση που ο μισθωτής δε θα εκπληρώσει τις κύριες ή παρεπόμενες συμβατικές υποχρεώσεις του, είναι άκυρη κατά το υπερβάλλον του θεμιτού ποσοστού τόκου υπερημερίας, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η δε ακυρότητα αυτή είναι άσχετη με το υπέρμετρο της ποινής που προβλέπεται στο άρθρο 409 Α.Κ.[1].
Για παράδειγμα, επί καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων μηνών Ιανουαρίου-Ιουνίου 2016 ποσού 2.000 Χ 6 μήνες = 12.000 ευρώ, και συμφωνίας κατάπτωσης της εγγύησης από δύο μισθώματα (4.000 ευρώ) για την περίπτωση αυτή, αν οι τόκοι υπερημερίας των καθυστερούμενων μισθωμάτων είναι υποθετικά 1.200 ευρώ, η κατάπτωση της εγγυοδοσίας ως ποινικής ρήτρας υπερβαίνει το θεμιτό ποσοστό τόκου και για το επιπλέον ποσό των 2.800 ευρώ (4.000 – 1.200 = 2.800) είναι άκυρη, οπότε ο εκμισθωτής θα πρέπει να επιστρέψει το επί πλέον ως άνω ποσό (2.800 ευρώ). Σημειούται ότι αν τα καθυστερούμενα μισθώματα επιδικάσθηκαν εντόκως, δε θα επιδικασθεί κανένα ποσό από την εγγύηση, αφού πλέον των τόκων υπερημερίας των καθυστερούμενων μισθωμάτων ο εκμισθωτής δε δικαιούται άλλο ποσό, επομένως είναι επιστρεπτέα ολόκληρη η εγγύηση των 4.000 ευρώ.
Εξαίρεση από την ως άνω ακυρότητα θεμελιώνεται στην περίπτωση που η ποινική ρήτρα συνομολογήθηκε ρητά για την κάλυψη ζημίας πέραν των τόκων υπερημερίας, οπότε για το ορισμένο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση του μισθωτή στην ποινική ρήτρα, ο ενάγων θα πρέπει να εκθέσει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει υποστεί και συγκεκριμένη πραγματική ζημία, η οποία δεν καλύπτεται από τον τόκο υπερημερίας.
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, θα πρέπει, στη σχετική αγωγή καταψήφισης της ποινικής ρήτρας ή στην ένσταση ακυρότητας αυτής, να αναφέρεται η απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας συμφωνήθηκε και κατέπεσε η ποινική ρήτρα, ώστε να δύναται να υπολογισθεί αν το ποσό αυτής υπερβαίνει το θεμιτό ποσοστό τόκου.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Χ. Δ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου, Τόμος Πρώτος, 3η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 396-397, απ’ όπου αντλήθηκε και το παρατιθέμενο παράδειγμα, και ενδεικτικά ΕφΠειρ 31/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 524/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3558/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 578/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6563/2003, Δνη 45, σελ. 1501, ΑΠ 1438/1997, Δνη 39, σελ. 379, ΕφΑθ 6743/1999, Δνη 42, σελ. 99.