Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οικιακοί μισθωτοί

Οι οικιακοί μισθωτοί αποτελούν μία ειδική κατηγορία εργαζομένων, οι οποίοι δεν είναι ενταγμένοι σε επιχείρηση  (ενότητα που επιδιώκει οικονομικό ή κερδοσκοπικό σκοπό) ή εκμετάλλευση (ενότητα που επιδιώκει τεχνικό σκοπό), αλλά παρέχουν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση οικιακών ή και προσωπικών αναγκών του εργοδότη (κυρίως όταν αυτός αδυνατεί λόγω ηλικίας ή ασθένειας) ή των μελών της οικογενείας του ή τρίτων[1]. Οι εργαζόμενοι της κατηγορίας αυτής διακρίνονται σε οικόσιτους, οι οποίοι εργάζονται, ενδιαιτώνται και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη και σε μη οικόσιτους, καθώς και σε οικιακούς υπηρέτες και εργάτες (λ.χ. υπηρέτρια/οικιακή βοηθός, τροφός, επιμελήτρια τέκνων (baby sitter), θαλαμηπόλος) και σε οικιακούς υπαλλήλους (παιδαγωγός, οικοδιδάσκαλος, οδηγός του προσωπικού αυτοκινήτου του εργοδότη, νοσοκόμος κ.ά.).

Η δευτερεύουσα απασχόληση των ανωτέρω προσώπων και σε εργασίες έχουσες σχέση με το επάγγελμα του εργοδότη, οι οποίες εκτελούνται επίσης στην κατοικία του, αναιρεί την ιδιότητά τους ως οικιακών εργαζομένων. Τα πράγματα δε μεταβάλλονται, όταν ειδικώς συνομολογηθεί μεταξύ του εργοδότη και του οικιακού μισθωτού ότι ο τελευταίος θα παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες του σε τρίτο πρόσωπο (651 Α.Κ.)[2].

Ως εκ της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχει η ανωτέρω ειδική κατηγορία μισθωτών, και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχει, ήτοι εντός του οικιακού περιβάλλοντος και υπό συνθήκες σχέσεως εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για τον εργαζόμενο, οι οικιακοί μισθωτοί δεν υπάγονται στα κατώτατα (ελάχιστα) όρια μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή τις ίσης ισχύος διαιτητικές αποφάσεις – ούτε είναι δυνατή η υπογραφή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης, εφόσον δεν υπάρχουν αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις μισθωτών και εργοδοτών – αλλά η αμοιβή τους (μη ρυθμιζόμενη ούτε από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική σ.σ.ε., κατά την κρατούσα νομολογιακή θέση) ρυθμίζεται από την ατομική συμφωνία, την οποία καταρτίζουν με τον εκάστοτε εργοδότη τους, άλλως από τον ειθισμένο μισθό του άρθρου 649 Α.Κ.[3].

Προσέτι, η εργασιακή σχέση των ανωτέρω εργαζομένων δε διέπεται από τις ειδικές  διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν ως προς το χρόνο εργασίας των μισθωτών, την εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες, τις ημέρες αναπαύσεως, τις νύχτες, την υπερεργασία και την υπερωριακή εργασία (νόμιμη ή και παράνομη). Εάν, ωστόσο, έχει συμφωνηθεί ορισμένο ωράριο εργασίας των οικιακών μισθωτών, τότε τυχόν υπέρβασή του παρέχει στον εργαζόμενο δικαίωμα ανάλογης αμοιβής, αλλά χωρίς προσαυξήσεις.

Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, οι ως άνω ρυθμίσεις δε μεταβλήθηκαν ούτε και μετά την 8η.3.1990, ότε άρχισε να ισχύει ο Ν. 1876/1990 «περί ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων», καθότι – κατά την ανωτέρω θέση – το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου (το οποίο όρισε ότι ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι) δεν αφορά και τους οικιακούς εργαζόμενους, οι οποίοι σαφώς διακρίνονται από την κατηγορία των κατ’ οίκον εργαζομένων, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελή – διακριτή κατηγορία μισθωτών, αναλαμβάνοντες την εκτέλεση εργασίας, με ή χωρίς βοηθούς, όχι στο χώρο της εργοδοτικής επιχείρησης, αλλά στην προσωπική τους οικία. Τούτο συνάγεται και από τα πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επιτροπής του νόμου αυτού, στα οποία, ενώ στην αρχική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού ρητά μνημονευόταν ότι ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή και στο οικιακό προσωπικό και τους κατ’ οίκον μισθωτούς, στην τελική διατύπωση του άρθρου η επιτροπή απάλειψε το οικιακό προσωπικό, διότι υπήρξαν αμφιβολίες ως προς το αν μπορούν να συνάπτονται συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση.

Μολαταύτα, ισχύουν και για τους οικιακούς μισθωτούς οι διατάξεις για την παροχή άδειας μετ’ αποδοχών (άρθρο μόνο εδ. γ΄ Ν.Δ. 376/1971, άρθρο 1 ν. 1346/1983), για τα επιδόματα εορτών (άρθρο 4 παρ. 9 Κ.Υ.Α. 19040/1981) και για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους, η οποία ισούται με την αποζημίωση των εργατοτεχνιτών (άρθρο 43 Ν. 1836/1989). Επίσης, επί των οικιακών μισθωτών δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του ν. 551/1915 περί εργατικών ατυχημάτων, εάν η απασχόλησή τους δεν έχει προηγουμένως δηλωθεί στο ΙΚΑ.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Στ. Γ. Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, Ατομική Σύμβαση – Σχέση Εργασίας, Ουσιαστικά και Δικονομικά Ζητήματα, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2012, σελ. 99 επ., Κ. Δ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή – Νομολογία – Ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 12 επ., Ι. Δ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, Γ΄ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 238 επ..

[2] Βλ. ΑΠ 172/1993, ΝοΒ 1994, σελ. 192.

[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 783/2013, ΜΠΑ 720/2012, ΜΠΑ 2039/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσσ 9116/2014, ΕφΑθ 261/2011, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1955/2007, ΝοΒ 56, σελ. 967, ΑΠ 1123/2007, ΝοΒ 55, σελ. 2443, ΑΠ 1292/2004, ΕφΑθ 5241/2010, ΕφΙωαν 237/2005, ΕφΑθ 1349/2004, ΕφΑθ 7809/2003, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 172/1993, ΝοΒ 42, σελ. 193, ΑΠ 644/1983, ΝοΒ 32, σελ. 75, ΑΠ 964/1998, ΔΕΝ 54, σελ. 1034, ΕφΑθ 1747/1990, ΔEN 92, σελ. 731, ΕφΑθ 4793/91, ΕΕΔ 1993, σελ. 1126, ΕφΑθ 648/97, ΔΕΝ 536, σελ. 1253.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί