Ο δικαστικός πληρεξούσιος ως αντίκλητος
Το άρθρο 143 Κ.Πολ.Δ. ορίζει στην παρ. 1 ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος. Εξάλλου, ορίζεται α) στο άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των άλλων, ότι η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, β) στο άρθρο 97 ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να ενεργεί όλες τις κύριες και παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης και γ) στο άρθρο 104 ότι για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμα και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 544 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. 233,236 και 238 ΑΚ που έχουν εφαρμογή και στις δικονομικές δικαιοπραξίες, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο θεωρείται μέχρι την πρώτη συζήτηση το ακροατήριο ότι είναι πληρεξούσιος του ενάγοντος. Εφόσον, λοιπόν, ο τελευταίος συνεχίζοντας τη δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή, ενέκρινε ρητώς ή σιωπηρώς τη διεξαγωγή της, όλες οι διαδικαστικές πράξεις που ενεργήθηκαν από το δικηγόρο που υπέγραψε την αγωγή μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, ωφελούν και βλάπτουν το διάδικο και γενικά τον δεσμεύουν ανεξάρτητα από το αν μεταγενέστερα συνέχισε τη δίκη και παραστάθηκε στο δικαστήριο με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο που διόρισε νόμιμα. Ο δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή, σε κάθε περίπτωση, παραλαμβάνει κατά το άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. νόμιμα την βασικής σημασίας για την παραπέρα πορεία της δίκης κλήση για πρώτη συζήτηση της αγωγής έστω και αν παραστεί άλλος στο ακροατήριο απ` αυτόν που την υπέγραψε (ίδε Πρακτικά Αναθεωρ. Επιτροπής σε. 59). Επομένως, κατά μείζονα λόγο είναι δεκτικός παραλαβής και της κλήσης του αντιδίκου του να παραστεί σε ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφο για λήψη ένορκης βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η άποψη αυτή, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, διευκολύνει τη διεξαγωγή της ιδίως σε περιπτώσεις πολυπροσώπων δικών, που σε αντίθετη εκδοχή, ο διάδικος θα ήταν υποχρεωμένος για μια απλή ένορκη βεβαίωση που πρέπει να γίνει πριν από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, να προβεί σε αντίστοιχες με τον αριθμό των αντιδίκων του επιδόσεις, υποβαλλόμενος σε υπέρογκες δαπάνες ενώ επί πλέον με τη γενόμενη δεκτή άποψη, ικανοποιείται πλήρως ο σκοπός του νόμου να μάθει ο αντίδικος τον βεβαιώνοντα ένορκα και να παραστεί αν το επιθυμεί (ΑΠ 1068/91 ΕΕΔ 51/605).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr