Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Στοιχεία ορισμένου της αγωγής κατά τον ΚΔΔ

Το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΔΔ ορίζει ότι «Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να περιέχει και: α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση, β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα».

Κατά τα γενόμενα δεκτά στη θεωρία[1] και τη νομολογία, έννομη σχέση καλείται η υπό του δικαίου προβλεπομένη και ρυθμιζόμενη σχέση από την οποία δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στοιχείο της έννομης σχέσης αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά του κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνονται: α) πραγματική (ή ιστορική) βάση, ήτοι σαφής έκθεση των πραγματικών περιστατικών και των λόγων που θεμελιώνουν κατά νόμο το δικαίωμα και δικαιολογούν την άσκησή του (το αντικείμενο της διαφοράς). Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ακολουθεί τη θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της δίκης. Η αγωγή πρέπει, δηλαδή, να διαλαμβάνει πότε, πού και πώς γεννήθηκε η ένδικη έννομη σχέση. Η αναγραφή των πραγματικών περιστατικών είναι απαραίτητη, για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να διαγνώσει την ένδικη έννομη σχέση και να κρίνει το νόμω βάσιμο του ένδικου βοηθήματος[2]. β) οι λόγοι που κατά νόμο θεμελιώνουν το αίτημα, ήτοι τα παράπονα, οι αιτιάσεις και οι μομφές που αποδίδονται στη διοίκηση από πράξεις, παραλείψεις ή και υλικές ενέργειες των οργάνων της, όπως περιγράφονται στο πραγματικό του δικογράφου, αλλά και η προβολή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και της έννομης συνέπειας του κανόνα δικαίου, ώστε να δικαιολογείται η ανάγκη παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας.

Άλλωστε, στο δικόγραφο της αγωγής δεν απαιτείται η επίκληση της νομικής βάσης. Η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου είναι υποχρέωση του δικαστηρίου (iura novit curia). Κατά τούτο, δεν είναι απαραίτητη η αναγραφή στο δικόγραφο της αγωγής του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, τυχόν δε μνεία περί υπαγωγής των περιστατικών σε νομική διάταξη δε δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί σε ορθή νομική υπαγωγή, έστω και διαφορετική από εκείνη στην προβαίνει ο ενάγων. Τούτο δε συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό τους[3]. Το δικαστήριο οφείλει, προτού απορρίψει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, να ερευνήσει κάθε δυνατή νομική θεμελίωσή της, δεδομένου ότι η αρνητική κρίση του για τη νομιμότητα της αγωγής καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο[4].

Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνεται και σαφώς καθορισμένο αίτημα, ήτοι συγκεκριμένου χρηματικού ποσού[5]. Το αίτημα δεν απαιτείται να διατυπώνεται πανηγυρικώς, στο τέλος της αγωγής, αλλά αρκεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου[6]. Το αίτημα μπορεί να περιλαμβάνει επιμέρους αιτήματα, είτε αυτοτελώς, είτε διαζευκτικώς, είτε σωρευτικώς διατυπούμενα, αρκεί να μην αντιφάσκουν προς άλληλα.

Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ο ενάγων πρέπει να αναφέρει τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη του οργάνου του εναγόμενου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, τη ζημία που υπέστη και τον μεταξύ πράξης ή παράλειψης και ζημίας αιτιώδη σύνδεσμο. Κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, δε χρειάζεται πανηγυρική αναγραφή της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, αλλά θεωρείται αρκετό να προκύπτει σαφώς από το δικόγραφο ποια εννοείται ως τοιαύτη. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, για τη στοιχειοθέτηση του παρανόμου δεν απαιτείται να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση με την οποία επιδικάζεται αποζημίωση, ονομαστικώς τα όργανα του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ που ενήργησαν παράνομα[7].

Αναφορικά δε με την προκληθείσα ζημία και την αιτούμενη αποζημίωση, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 εδ. α΄ ΕισΝΑΚ, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαθιστά κάθε θετική ή αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος). Θετική ζημία, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην αγωγή, είναι η μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος, η δε αποζημίωση αποσκοπεί στην αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρανομία του Δημοσίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 298 του ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο κατά κανόνα δεν είναι επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επιτρέπεται στο δικαστή να αρκεστεί στην πιθανότητα, η οποία υφίσταται όταν συντρέχουν ικανοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της αληθείας και δεν προκύπτει κάτι το αντίθετο[8]. Για να είναι δε ορισμένη η αγωγή με την οποία ζητείται η αποκατάσταση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΔΔ, να εκτίθενται σε αυτήν τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα. Απαιτείται, δηλαδή, η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία στο δικόγραφο της αγωγής των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτού, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών[9].

Εξάλλου, όταν ζητείται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, προσδιορισμοί όπως είναι η έκταση της βλάβης, η τυχόν βαρύτητα της υπαιτιότητας του οργάνου και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, ήτοι η περιουσιακή κατάσταση, η κοινωνική θέση, οι προσωπικές σχέσεις, η ποινική ευθύνη του οργάνου του εναγομένου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση της ζημίας), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό. Δηλαδή, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο[10].

Με το υπόμνημα δύναται να θεραπευθεί η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, με εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων. Δεν μπορούν να αναπληρωθούν περιστατικά, τα οποία αν και είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ήτοι την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιέχονται σ’ αυτήν[11]. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο[12].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Χρυσανθάκη, Διοικητική Δικονομία, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 144 επ. (υπό άρθρο 73), Β. Μωυσίδη, Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Κατ’ άρθρο Ερμηνεία – Νομολογία, Ε΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 466 επ. (υπό άρθρο 73), Ν. Σοϊλεντάκη, Η αγωγή στη Διοικητική Δικονομία, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2004, σελ. 69 επ., με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές στη νομολογία.

[2] Βλ. ΑΠ 1792/2007, Δ 2008, σελ. 200, ΑΠ 329/2007, Δ 2007, σελ. 754.

[3] Βλ. ΑΠ 1261/1993, ΕλλΔνη 1995, σελ. 132, ΑΠ 121/1981, ΝοΒ 1981, σελ. 1280.

[4] Βλ. ΑΠ 1377/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[5] Πρβλ. ΑΠ 364/1988, ΝοΒ 1989, σελ. 252, ΕφΑθ 6532/2004, Δ 2005, σελ. 461.

[6] Βλ. ΔΕφΘεσσ 195/1993, ΕΔΚΑ 1994, σελ. 44.

[7] Βλ. ΣτΕ 3630/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Βλ. ΣτΕ 1630/2012, ΣτΕ 11/2010, ΣτΕ 1410/2006, ΣτΕ 1479/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[9] Βλ. ΟλΑΠ 20/1999, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 258/2008, ΕΠολΔ 2008, σελ. 526, ΣτΕ 1479/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[10] Βλ. ΑΠ 1445/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] Βλ. ΑΠ 263/2005, ΕλλΔνη 2006, σελ. 1345, ΑΠ 167/2002, ΕλλΔνη 2002, σελ. 1348.

[12] Βλ. ΑΠ 1449/2004, ΕλλΔνη 2005, σελ. 732.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί