Διατήρηση της εκκρεμοδικίας σε περίπτωση παραπεμπτικής, λόγω αναρμοδιότητας, απόφασης – τι γίνεται με τα καταβληθέντα τέλη δικαστικού ενσήμου
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 περ. α` και 222 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, λόγω της οποίας αναστέλλεται η εκδίκαση μεταγενέστερης αγωγής για την ίδια επίδικη διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων, οι οποίοι παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης (ΑΠ 1144/1980 ΕΕΝ 48.263). Προϋποθέσεις δε της υπάρξεως εκκρεμοδικίας, η οποία εμποδίζει την έρευνα από το δικαστήριο της μεταγενέστερης αγωγής, είναι αφενός η ταυτότητα της διαφοράς που εισάγεται προς εκδίκαση μεταξύ της αγωγής που ασκήθηκε πρώτη και εκείνης που εισάγεται μεταγενέστερα και αφετέρου η ταυτότητα των διαδίκων και στις δύο δίκες. Ταυτότητα δε της διαφοράς, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 222 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σημαίνει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δηλαδή να πρόκειται για διαφορά η οποία θεμελιώνεται στα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά που υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου (ΑΠ 369/1989 Δ 21.851, ΕφΑθ 4309/1991 ΕλλΔνη 34. 388, ΕφΑθ 4498/1988 ΕλλΔνη 29.1438), ενώ ταυτότητα διαδίκων υπάρχει μόνο όταν οι διάδικοι παρίστανται και στις δύο δίκες με την ίδια δικονομική ιδιότητα, αλλά και όταν υπάρχει εναλλαγή της δικονομικής θέσεώς τους, αρκεί το δεδικασμένο της πρώτης δίκης να καταλαμβάνει και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης και υπό την προϋπόθεση ότι και οι δύο δίκες έχουν το αυτό αντικείμενο (Μπέης: ΠολΔ άρθ. 222 παρ. 8 σελ. 1009, Δεληκωστόπουλος Σινανιώτης: άρθ. 225 παρ. 1 αριθμ. 2 σελ. 173, Κονδύλης: Το Δεδικασμένον κατά τον ΚΠολΔ, σελ 163 παρ. 5, ΑΠ 627/1974 ΑρχΝ 26.112, ΕφΑθ 11195/1995 ΕλλΔνη 37.1122, ΕφΑθ 6851/1974 Αρμ. 29.262, ΕφΘεσ 230/1987 ΑρχΝ 39.419, ΕφΘεσ 535/1978 Αρμ. 32. 738). Η εκκρεμοδικία όμως που δημιουργήθηκε με την άσκηση της αγωγής παύει με την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί αυτής, με την οποία περατώνεται η σχετική δίκη (ΑΠ 12/1980 ΝοΒ 28. 1132). Δεν παύει όμως αυτή, αλλά αντιθέτως διατηρείται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 46 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση παραπεμπτικής λόγω αναρμοδιότητας απόφασης, αν και η απόφαση αυτή είναι οριστική, γιατί με αυτή μετατίθεται αυτοδικαίως η εκκρεμοδικία και η διαφορά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής στο Δικαστήριο της παραπομπής, χωρίς να επέρχεται διάγνωση για το αν επήλθαν ή όχι οι έννομες συνέπειες που επικαλούνται ή αντιστοίχως αποκρούουν οι διάδικοι, όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες οριστικές (τελειωτικές) αποφάσεις, με τις οποίες εξαντλείται όλη η κατά το νόμο επιτρεπομένη βαθμίδα δικονομικής αξιολόγησης ορισμένης κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας, χωρίς επιφύλαξη περαιτέρω μεταγενέστερης αξιολογήσεως, με τις οποίες δηλαδή δίνεται απάντηση στο εκκρεμές αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, είτε με την παραδοχή του ως βάσιμου είτε με την απόρριψή του ως απαραδέκτου ή αβασίμου. Αυτά όμως δεν αποτελούν περιεχόμενο της περί παραπομπής αποφάσεως και παραμένουν εκκρεμή προς λύση από το δικαστήριο της παραπομπής (Μπέης: ΠολΔ 59 επ., ΕφΑθ 2339/1982 ΕλλΔνη 23.397).
Τέλος, τα καταβληθέντα τέλη δικαστικού ενσήμου, σε περίπτωση εκδόσεως παραπεμπτικής απόφασης, δεν επιστρέφονται, αλλά εξακολουθούν να αφορούν την εκκρεμή διαφορά ενώπιον και του δικαστηρίου της παραπομπής και χρησιμοποιούνται στο δικαστήριο της παραπομπής (Κ. Μπέης, ό.π., σελ. 285, Ν. Νίκας, ό.π., σελ. 284-αντίθετη η Γνωμ.Εισ.Πρωτ.Θεσ 36/1971 Αρμ 26 [1972],284).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr