Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι κανονιστικές αρμοδιότητες του Υπουργού Ανάπτυξης στην περίπτωση των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών καταναλωτή ή ενώσεων καταναλωτών

Σύμφωνα με την παρ. 21 του άρθρ. 10 του ν. 2251/1994[1] ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με απόφαση του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών καταναλωτή ή ενώσεων καταναλωτών, εφόσον οι συνέπειες του δεδικασμένου έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.

Η ως άνω διάταξη παρέχει στον Υπουργό Ανάπτυξης μόνο την αρμοδιότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και στη συνέχεια εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να καταστήσει περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης τις κρίσεις της απόφασης αυτής από τις οποίες παράγεται η ως άνω αναφερόμενη ιδιότυπη δεσμευτικότητα. Αποτέλεσε αφ’ ενός απάντηση του Έλληνα νομοθέτη στο πάγιο αίτημα των ενώσεων καταναλωτών να υπάρχει γενίκευση του ακυρωτικού αποτελέσματος των συλλογικών δικών, δηλαδή να υπάρχει γενική συμμόρφωση των προμηθευτών (κυρίως τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών) με το περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά από άσκηση συλλογικής αγωγής[2]κι αφετέρου σαφή ένδειξη ότι το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα μία απόφασης που εκδόθηκε επί συλλογικής αγωγής δεν εκτείνονται σε βάρος τρίτων προμηθευτών που δεν υπήρξαν διάδικοι στη συγκεκριμένη δίκη. Εντούτοις, πρέπει να διατυπωθεί και η θεωρητική ανησυχία που έχει διατυπωθεί σχετικά με τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης, αφού λέγεται ότι κινείται πέρα από τα όρια της συνταγματικής επιταγής για τη διάκριση των λειτουργιών (άρθρ. 26 Σ) και συνακόλουθα ότι αποτελεί αδικαιολόγητη επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο των δικαστικών αρχών[3].

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1]βλ. Μπώλο (2016), 239, όπου κάνει μνεία στη συγκεκριμένη διάταξη και ομιλεί για ευρωπαϊκή πρωτοτυπία και παραπέμπει στην υπ’ αριθ. ΟλΣτΕ 1210/2010, ΕλλΔνη 2010, 1149=ΧρΙΔ 2010,545=ΑρχΝ 2010, 462, η οποία εξειδίκευσε την συγκεκριμένη παράγραφο.

[2]Ευθυμίου, Παρατηρήσεις σε ΟλΣτΕ 1210/2010, ΧρΙΔ 2010, 552 επ, όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στην υπ’ αριθ. Ζ1-798/2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με τίτλο «Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις» που εκδόθηκε με αφορμή του ευρύτερου δημόσιου ενδιαφέροντος που είχαν για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών οι υπ’ αριθ. ΑΠ 430/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ=ΔΕΕ 2005, 460= ΕΕμπΔ 2005, 354= ΕλλΔνη 2005, 802= ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2005, 907· ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128= ΕλλΔνη 2001,1603·ΕφΑθ 6291/2000, ΔΕΕ 2000, 1122·ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003·ΠΠρΑθ 1208/1998, ΔΕΕ 1998, 1101 καθώς και άλλες δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στο συγκεκριμένο χωρίο των παρατηρήσεων. Να σημειωθεί δε ότι η ως άνω Υπουργική Απόφαση επέκτεινε το δεδικασμένο των ως άνω αποφάσεων έναντι όλων των τραπεζών και απαγόρευσε την αναγραφή δεκαπέντε όρων που περιέχονται στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου, σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών και σε συμβάσεις λογαριασμού καταθέσεως.

[3]Γεράκη, Σημείωση στο ν. 3587/2007, ΧρΙΔ 2007 858 επ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί