Έγκυρη σύμβαση οφειλής σε ξένο νόμισμα – Αίτημα αγωγής περί καταβολής του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ με την ισοτιμία που ισχύει – Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της εν λόγω ισοτιμίας – Διχογνωμία στους κόλπους της νομολογίας
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην Ελλάδα, ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 1.1.2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα εξοφλήσεως. Οι διατάξεις αυτές, που προϋποθέτουν έγκυρη σε ξένο νόμισμα συμβατική οφειλή, εφαρμόζονται και στις αποζημιωτικές από ενδοσυμβατική ευθύνη αξιώσεις. Αντιθέτως, επί διεπόμενων από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεων από αδικοπραξία, η αποζημίωση από τη γενόμενη (προς αποκατάσταση της ζημίας) δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος είναι εκφραστέα μόνο σε ευρώ, κατά την ισοτιμία που ίσχυε στο χρόνο επαγωγής της ζημίας (ΑΠ Ολ 14/1997,15-16/1996 ΕφΑΘ 773/1999 ΕλλΔνη 38,1036, 38,25 και ΔΕΕ 10,1043 αντιστοίχως), σε περίπτωση δε που δεν έχει αποκατασταθεί αυτή (ζημία), κρίσιμος χρόνος της ισοτιμίας είναι ο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο (ΕφΠειρ 145/2009 ΕλλΔνη 51,216). Την ως άνω νομική άποψη λαμβάνουν ως δεδομένη και ορθή οι δικαστικές αποφάσεις με αριθμό ΑΠ 124/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 678/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 863/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ & ΕφΠειρ 145/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπάρχει, όμως και έτερη νομική άποψη, όπως αυτή διαμορφώνεται ειδικότερα σε άλλες δικαστικές αποφάσεις (βλ. σχετ. ΑΠ 1203/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 390/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 88/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ & ΜΠρΡοδ 49/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι οποίες κρίνουν άλλως ως προς τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ισοτιμίας, ήτοι διατυπώνουν τα κάτωθι:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 εδ. α, 298 του Α.Κ. και 1 του ν. 2842/2000 «Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου», όπως ισχύουν, σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ, με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή, ως εθνικό νόμισμα, προκύπτει ότι κάθε αξίωση για αποζημίωση που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, είτε αυτή απορρέει από αθέτηση συμβάσεως, είτε από αδικοπραξία, είτε από το νόμο, πρέπει από 01-01-2002 να προσδιορίζεται σε ευρώ, το οποίο και μόνο δικαιούται να ζητήσει αυτός που αξιώνει την αποζημίωση, αφού στη διάταξη του άρθρου 297 εδ α Α.Κ. ορίζεται ρητώς ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Ως «χρήμα», κατά την ίδια διάταξη, νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή η δραχμή μέχρι 31-12-2001 και το ευρώ από 01-01-2002. Με το νόμισμα δε αυτό πρέπει, όχι μόνο να πληρωθεί η αποζημίωση, αλλά και να μετρηθεί η θετική ή αποθετική ζημία του αδικηθέντος-ζημιωθέντος και να πληρωθεί η αποζημίωση. Επομένως, σε περίπτωση ζημίας από απώλεια ξένου νομίσματος, θα ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό της ζημίας και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, η αξία σε δραχμές ή ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της απώλειας. Δηλαδή, θα αναχθεί η ποσότητα των αλλοδαπών νομισμάτων που απωλέσθηκε σε δραχμές ή ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου απώλειας. Διαφορετική εκδοχή, ότι δηλαδή θα ληφθεί υπόψη η ισοτιμία κατά την ημέρα της καταψήφισης ή της εξόφλησης, είναι ασυμβίβαστη με τον εξαρχής καθορισμό της ζημίας σε δραχμές ή ευρώ από 01-01-2002, αλλά επιπλέον θα κατέληγε σε άτοπο να τελούν υπό τιμαριθμική ρήτρα ξένου νομίσματος οι οφειλές αποζημίωσης από τη μη ή μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως, όταν ο δικαιούχος είναι αλλοδαπός ή κατοικεί στην αλλοδαπή ή συνέβη στην αλλοδαπή η απώλεια των χρημάτων, ενώ τέτοια ειδική μεταχείριση, εξ αιτίας των συγκυριακών αυτών περιστάσεων, δεν δικαιολογείται. Οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 και 1 παρ. 3 του ν. 5638/1932 «Περί Καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν», που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι «αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί αι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμές επί της τρεχούσης τιμής της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη αυτή τιμή αποδίδονται και αι εις συνάλλαγμα παρά Τραπέζαις καταθέσεις, πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντας εν τη αλλοδαπή ή προ της ισχύος του παρόντος νόμου, αίτινες δύνανται να αποδίδωνται και εις αυτούσιον συνάλλαγμα» και ότι «χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης, λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές, και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι», ρυθμίζουν διαφορετικά, από το υπό κρίση, ζητήματα και, συνεπώς, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε άλλη ερμηνευτική άποψη ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ. α του Α.Κ.. Η μεν πρώτη διάταξη προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα και ρυθμίζει τον τρόπο εξόφλησής της στην Ελλάδα, ορίζοντας ότι ο δανειστής ενασκώντας, με την αγωγή, την αξίωσή του μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά το χρόνο της λήξεως ή κάποιο άλλο χρόνο, η δε δεύτερη προϋποθέτει χρηματική κατάθεση σε συνάλλαγμα ή σε συνάλλαγμα και σε δραχμές σε κοινό λογαριασμό και στο όνομα του ενάγοντος δικαιούχου του κοινού λογαριασμού. Επίσης, οι παραπάνω διατάξεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ. β Α.Κ. στην περίπτωση κατάθεσης συναλλάγματος σε κοινό λογαριασμό, δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης με την απόδοση του κατατεθέντος αλλοδαπού νομίσματος. Εξάλλου, για την εφαρμογή του εδαφίου β του άρθρου 297 Α.Κ. και την απομάκρυνση του δικαστηρίου από την αρχή της χρηματικής αποζημίωσης, απαιτείται αίτηση κάποιου από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π.14/1997, Ολ.Α.Π.15/1996, Ολ.Α.Π.9/1995, Α.Π.1203/2010, Α.Π.678/2010, Α.Π.698/2006, Α.Π.1379/2004, Α.Π.536/2004, Εφ.Πειρ.287/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr