Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διάκριση ασφαλιστικού συμβούλου – ασφαλιστικού πράκτορα

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.1 Ν. 1569/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 4 του Ν.2496/1997 “1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει έναντι προμήθειας λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 1038/2011). Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη (ΑΠ 317/2009 ΑΠ 1198/2009). Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη”. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985 [όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του V.2496/1997] η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 12/2009, ΑΠ 860/2008). “Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα (ασφαλιστικού συμβούλου), που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα”.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 700 του ΑΚ συνάγεται ότι, η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση, καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο αμοιβή και την επιπλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως. (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 12/2009, ΑΠ 860/2008). Το δικαίωμα της καταγγελίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και μπορεί να αποκρουσθεί, αν η άσκηση του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 1976/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Ν.1569/1985 (“Ασφαλιστικοί πράκτορες”) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 Ν.2170/1993: “Ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή διαμέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ασφαλιστικές συμβάσεις. Επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης …”. Κατά την παράγραφο 1 εδ. α` του άρθρου 4 του ιδίου νόμου, το οποίο επιγράφεται “Σχέσεις με τον εντολέα”: “Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτοριακή σύμβαση)“.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η σχέση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και του ασφαλιστικού πράκτορος χαρακτηρίζεται ευθέως από τον νόμο σύμβαση εντολής, με εντολέα την πρώτη και εντολοδόχο τον δεύτερο (Α.Π., Ποιν., 346/2009 και 493/2007), σε αντίθεση με τον ασφαλιστικό σύμβουλο και τον συντονιστική ασφαλιστικών συμβούλων, την σχέση των οποίων με την ασφαλιστική επιχείρηση ο ίδιος νόμος, στα άρθρα 16 παρ. 1 και 20 παρ. 1 αυτού, την χαρακτηρίζει σύμβαση έργου. Επομένως, στην μεταξύ της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και του ασφαλιστικού πράκτορος συναπτόμενη σύμβαση εντολής δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 700 Α.Κ., η οποία, επί συμβάσεως έργου, παρέχει το δικαίωμα στον εργοδότη, να καταγγείλει την σύμβαση. `Όσον δε αφορά την μεταξύ της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και του ασφαλιστικού πράκτορος συναπτόμενη σύμβαση εντολής, το άρθρο 4 παρ. 4 Ν.1569/1985 όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιό του με το άρθρο 36 παρ. 8 Ν.2496/1997, ορίζει: “Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα …”. Η καταγγελία είναι τρόπος καταλύσεως και αποσβέσεως υφισταμένων ενοχικών σχέσεων για το μέλλον και ασκείται με μονομερή δικαιοπρακτική δήλωση του δικαιουμένου προς τον αντισυμβαλλόμενο, σε σύμβαση είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου. Το δικαίωμα για καταγγελία είναι δικαίωμα διαπλαστικό, καθόσον τείνει σε μεταβολή υφισταμένης εννόμου καταστάσεως. Είναι δε η καταγγελία, άμεση, όταν σε αυτήν δηλώνεται σαφώς η βούληση του καταγγέλοντος για την λύση της συμβάσεως και έμμεση, όταν αυτή περιέχει μονομερή μεταβολή των όρων της συμβάσεως σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, η οποία εξομοιώνεται προς καταγγελία, ενώ, κατά κανόνα, είναι άτυπη, δυναμένη να συνάγεται και σιωπηρώς, όπως με έγερση αγωγής (ΑΠ 867/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί