Η σύμβαση έργου και τα δικαιώματα του εργοδότη σε περίπτωση επουσιωδών και ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου
Σύμφωνα με τη διάταξη του ΑΚ 688, σε περίπτωση που το έργο που καταρτίστηκε από τον εργολάβο φέρει επουσιώδες ελάττωμα (στην έννοια του ελαττώματος περιλαμβάνονται μόνο τα πραγματικά ελαττώματα και όχι τα νομικά), ο εργοδότης δικαιούται α) είτε να αξιώσει τη διόρθωση του ελαττώματος, μέσα σε εύλογο διάστημα, εφόσον η διόρθωση δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες είτε β) να απαιτήσει ανάλογη μείωση της αμοιβής. Και στις δυο περιπτώσεις, τα δικαιώματα αυτά τα έχει ο εργοδότης ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του εργολάβου, πρόκειται δηλ. για αντικειμενική ευθύνη. Ως επουσιώδη θεωρούνται τα ελαττώματα που δεν καθιστούν άχρηστο το πράγμα, απλώς παραβλάπτουν τη χρήση του (ΑΠ 279/72 ΝοΒ 20/1031, ΕΑ 4234/86 ΝοΒ 35/40).
Στην περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, ήτοι ελαττωμάτων που καθιστούν το έργο άχρηστο, δηλαδή αναιρούν πλήρως τη χρησιμότητά του, η διάταξη 689 του ΑΚ παρέχει στον εργοδότη εκτός από τα δυο ως άνω αναφερόμενα δικαιώματα, ήτοι την διόρθωση του ελαττώματος και τη μείωση της αμοιβής, το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, που συνεπάγεται την υποχρέωση του εργοδότη να αποδώσει το έργο που εκτελέστηκε ελεύθερο από κάθε βάρος που ενδεχομένως προσέθεσε σε αυτό καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε, ενώ ο εργολάβος έχει υποχρέωση να αποδώσει την αμοιβή, που τυχόν έχει εισπράξει. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας.
Ωστόσο το δικαίωμα υπαναχώρησης αποκλείεται όταν είναι αδύνατο να ασκηθεί, όπως επί παραδείγματι σε περιπτώσεις όπου το κινητό πράγμα κατέστη συστατικό του εδάφους, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από αυτό και έτσι αποκλείεται η επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης. Το ίδιο ισχύει και σε δομικές κατασκευές με αντιπαροχή και γενικά σε περιπτώσεις που η λειτουργία της υπαναχώρησης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτουσίως, οπότε τίθεται θέμα αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Τέλος, αν οι ελλείψεις του έργου ανάγονται στην υπαιτιότητα του εργολάβου, τότε ο εργοδότης δικαιούται αποζημίωσης για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από την μη προσήκουσα εκτέλεση του έργου και βάσει των συμφωνηθέντων, όπως προβλέπει η διάταξη 690 του ΑΚ. Εν προκειμένω καθιερώνεται η υποκειμενική ευθύνη του εργολάβου ενώ θα πρέπει μεταξύ της ζημίας του εργοδότη και της υπαιτιότητας του εργολάβου να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Η αξίωση αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί πρωτίστως με αγωγή αλλά και με ανταγωγή όπως και με ένσταση συμψηφισμού κατά της αγωγής του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του, όμως στην περίπτωση αυτή (δηλ. προβολής της αξίωσης αποζημίωσης με ένσταση συμψηφισμού) θα πρέπει ο εργοδότης να αποδείξει τόσο τις ελλείψεις του έργου όσο και την υπαιτιότητα του εργολάβου (ΕΑ 8/69 Αρμ 23/435, Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, ΤΟΜΟΣ Γ’, ΗΜΙΤΟΜΟΣ Β’, ΕΙΔΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ, Άρθρα 619-740).
Μπασιαρίδου Κατερίνα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr