Ένορκες βεβαιώσεις – Πότε αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα – Περίπτωση μαρτυρίας ιδίου διαδίκου ή νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλος της διοίκησης νομικού προσώπου
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο ,επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (ΟλΑΠ 1328/1977, ΝοΒ 1978/1048, ΑΠ 745/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1312/2002, ΝοΒ 2003 σελ. 1031, Εφ Λαμ 53/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ=ΑρχΝ 2008, 373).
Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 988/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 420/2013 ΕλλΔνη 2014. 267 ΑΠ 374/2011 ΝοΒ 2011. 1860, ΑΠ 1335/2008, 615/2008, 329/2008ΑΠ 715/2013, ΑΠ 374/2011, ΑΠ 1335/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοίκησης του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/2013, ΕφΑΔ 2014, 305, ΑΠ 1621/2012, ΤΝΠ Νόμος). Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου ή μέλους της διοίκησης του διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για το χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 715/2013, ΕφΑΔ 2014, 305 με τις εκεί παραπομπές σε ΑΠ 1010/2009, 248/2009, 1492/2006, 1361/2005, 814/2005) και επομένως ένορκη βεβαίωση (ή κατάθεση) διαδίκου ή εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου εξακολουθεί να αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ανεπίτρεπτα λαμβάνεται υπόψη, όταν ο ενόρκως βέβαιων ήταν διάδικος κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν, στα πλαίσια της αυτής δίκης, καθόσον εξακολουθεί και τότε να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης αυτού, η έλλειψη δηλ. αντικειμενικότητας αυτού κατά τον κρίσιμο εκείνον χρόνο (ΑΠ 715/2013, ΕφΑΔ 2014, 305).
Ακόμα, όμως και στις ειδικές διαδικασίες (βλ. διαδικασία μισθωτικών, εργατικών), στις οποίες ίσχυαν σύμφωνα με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ήτοι πριν την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ειδικότερες διατάξεις για τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων και μάλιστα δύνατο το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, εξακολουθούσε να ισχύει ο γενικός κανόνας ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μην είναι ανυπόστατα (ΑΠ 988/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 715/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1010/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1442/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, και πριν το ν. 4335/2016 αλλά και με το τωρινό νομοθετικό καθεστώς, δεν επιτρέπονται τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (βλ. και νέα διάταξη του ΚΠολΔ την υπ’ αριθ. 424) και μάλιστα ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Περίπτωση δε ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου συνιστά και η εδώ εξεταζόμενη περίπτωση ένορκης βεβαίωσης μέλους διοικητικού συμβουλίου ή του νομίμου εκπροσώπου της διαδίκου εταιρείας ή του ιδίου του διαδίκου. Νομολογιακά δε έχει λυθεί καθώς παγίως κρίνεται σε αρκετές δικαστικές αποφάσεις ότι το μέλος διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου δεν μπορεί να είναι μάρτυρας αυτού ή του αναγκαίου ομοδίκου του (ΑΠ 887/1990 ΕλλΔνη 1991.985, βλ, και Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, έκδ. 2000, άρθρο 76, αρ.δ, σελ. 177). Συνακόλουθα, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α` του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008).
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με το άρθρο 18§§1 και 3 του κν. 2190/1920 την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενεργώντας συλλογικά, το καταστατικό της, όμως, μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δηλ. ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης, να προτείνεται δε και να προσδιορίζεται συγκεκριμένα, για το ορισμένο του λόγου αυτού μη εξέτασης, από τον επιθυμούντα την μη εξέταση του μάρτυρα (και πριν την όρκιση αυτού) διάδικο.
Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403§§2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει, ότι, ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 2194/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 99/2011, 1655/2006).
Κωνσταντίνα Πουρνάρα
Δικηγόρος