Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει[1]. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφώνησαν να του παρέχει, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του κατά του εργοδότη και ιδιαιτέρως την πληρωμή οφειλομένων αποδοχών, αλλά και την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής συμβάσεως, από την παράβαση του οποίου έχει δημιουργηθεί ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζομένου.

Προϋπόθεση ασκήσεως του δικαιώματος αυτού είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξαρτήτως του αν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Το αν η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η δικαστηριακή νομολογία δέχεται ότι ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης για την εξασφάλιση και άλλων αξιώσεών του από την εργασιακή σύμβαση ή από το νόμο, όπως λ.χ. για τη λήψη μέτρων υγιεινής και ασφαλείας στο χώρο της εργασίας, την επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, το δικαίωμα προαγωγής του, τη χορήγηση της ετήσιας άδειας ή της εβδομαδιαίας ανάπαυσης κ.λπ.[2]. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να ασκηθεί επίσχεση για τον εξαναγκασμό του εργοδότη σε αυξήσεις αποδοχών ή σε άλλες παροχές που δεν έχουν γεννηθεί και δεν είναι ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο ασκήσεως του δικαιώματος της επισχέσεως. Έχει, επίσης, υποστηριχθεί ότι δε θεωρείται νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, η οποία στοχεύει στο να υποχρεωθεί ο εργοδότης να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ[3].

Ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμά του με δήλωση προς τον εργοδότη του ότι παύει να του παρέχει την εργασία του μέχρι να του καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές του ή ενδεχομένως να εκπληρωθεί άλλος ουσιώδης όρος της συμβάσεως, η μη εκπλήρωση του οποίου οδήγησε στην επίσχεση. Η εν λόγω δήλωση, που μπορεί να γίνει με εξώδικη έγγραφη ή και προφορική δήλωση και ισχύει αφότου περιέλθει σε γνώση του δανειστού, πρέπει να είναι σαφής ως προς την άσκηση του δικαιώματος και ν’ αναφέρει τη ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του εργοδότη, για την εκπλήρωση της οποίας γίνεται. Από τη στιγμή περιελεύσεως της δηλώσεως επισχέσεως σε γνώση του εργοδότη, ο μισθωτός απαλλάσσεται της υποχρεώσεως παροχής της εργασίας του, ενώ ο εργοδότης γίνεται υπερήμερος και ευθύνεται πλέον στην πληρωμή των μισθών υπερημερίας, συμφώνως με το άρθρο 656 παρ. 1 ΑΚ, εφόσον όμως έχει (ο μισθωτός) συνεχώς στην διάθεση του εργοδότη την εργασία του, ώστε, αν ικανοποιηθεί η αξίωσή του, να είναι σε θέση να την παράσχει. Έτσι, μολονότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, η υπερημερία δε βαρύνει αυτόν, αλλά τον εργοδότη του, ο οποίος έχει υποχρέωση, όσο δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές ή δεν εκπληρώνει άλλον (πάντοτε όμως ουσιώδη) όρο της συμβάσεως, να πληρώσει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σα να εργαζόταν κανονικώς και τέτοια υπερημερία εκ τυχόν επισχέσεως εργασίας εργαζομένων της εργοδοτικής επιχείρησης δεν αίρεται ούτε και αν η τελευταία παύσει τη λειτουργία της λόγω οικονομικών δυσχερειών και τεθεί υπό εκκαθάριση[4]. Η δε κοινωνικοασφαλιστική σχέση του μισθωτού παραμένει ενεργός, με όλες τις συνέπειες από άποψη καταβολής των οφειλόμενων σχετικώς εισφορών στο ΙΚΑ.

Περαιτέρω, δεν παρέχεται δικαίωμα στον εργοδότη, να θεωρήσει εξ αυτής της επίσχεσης, ότι ο εργαζόμενος εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του μισθού και να τον απολύσει εκ της εργασίας του, προβαίνοντας σε καταγγελία, χωρίς να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης[5]. Το δικαίωμα επισχέσεως δε χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως.

Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ[6]. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, αλλά καθίσταται υπερήμερος ο εργαζόμενος ως προς την προσφορά εργασίας του και προφανώς δε δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρόνο επίσχεσης, ενώ δεν αποκλείεται, με την κατά κατάχρηση του δικαιώματος επίσχεσης αποχή του εργαζομένου από την εργασία, να θεωρηθεί ότι αυτός έχει καταγγείλει τη σχέση εργασίας.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, ή αντιξοότητες, ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη, ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει το μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με τη θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών, ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το Δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση με το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους[7]. Προσέτι, έχει νομολογηθεί[8] ότι για την κρίση περί καταχρηστικότητας, εκτιμάται ο τρόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες υπό τις οποίες άσκησε ο εργαζόμενος το δικαίωμά του και όχι οι όροι, συνθήκες και τα πραγματικά περιστατικά που συνέτρεχαν για τον εργοδότη, που κρίνονται από λόγους επιείκειας και εξισορρόπησης των δικαιωμάτων, μόνο συμπληρωματικά και όχι κύρια.

Ακολουθούν αποσπάσματα από πρόσφατες νομολογιακές αποφάσεις που κλήθηκαν να κρίνουν επί προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης, και αποτυπώνουν την in concreto στάθμιση που λαμβάνει χώρα κατά την εκτίμηση της βασιμότητας της ένστασης: Έτσι, κατά την υπ’ αριθμ. 393/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης «Παρά το γεγονός, όμως, της μη σημαντικής καθυστέρησης της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας και της μη υπαιτιότητας της εναγομένης, η ενάγουσα μόνη μεταξύ των άλλων συναδέλφων της, άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης, χωρίς προηγουμένως να διαμαρτυρηθεί, ή να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, ή να ενημερώσει το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ότι πρόκειται να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά της και χωρίς να επικαλεστεί ιδιαίτερες ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες που αντιμετώπιζε, ώστε εξεταζόμενες αυτές σε συνάρτηση με την αντιπαροχή της εναγομένης, να μπορεί να κριθεί το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών, τόσο από πλευράς χρόνου, όσο και από πλευράς ύψους του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών της, αφού για να μη θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, σύμφωνα με όσα στις νομικές σκέψεις της παρούσας εκτέθηκαν, θα πρέπει να υφίσταται μια αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, που στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε. Εν όψει των περιστατικών αυτών, η άσκηση από μέρους της ενάγουσας του δικαιώματος επισχέσεως που διήρκεσε κατά την άποψή της τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή 22 μήνες, είναι καταχρηστική, γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος»[9].

Ακόμη, κατά την ελάσσονα σκέψη της υπ’ αριθμ. 13/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς «Το ανωτέρω δικαίωμα των εναγουσών ασκήθηκε νόμιμα με σαφή δήλωσή τους προς την εργοδότρια εταιρία και με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ληξιπροθέσμων αξιώσεών τους και δεν είναι καταχρηστικό όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία λόγω των προαναφερθέντων οικονομικών δυσχερειών της. Αυτές, πριν ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα, εξάντλησαν κάθε άλλο μέσο για την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών τους, υπέμεναν για όλο το προαναφερόμενο (για την καθεμία χωριστά) χρονικό διάστημα την μη καταβολή των αποδοχών τους αρκούμενες σε καταβολή σε άτακτα χρονικά διαστήματα ελάχιστων ποσών παρά την δεινή οικονομική τους κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει εξαιτίας αυτού, αφού η εργασία τους ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού των ιδίων και  των οικογενειών τους, ενώ έδινε συνεχώς υποσχέσεις προς εξόφληση των οφειλομένων, τις οποίες δεν πραγματοποίησε (ως προς την πρώτη και τρίτη) ούτε και μετά την υπογραφή του προαναφερθέντος από 12-4-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού. Η οικονομική δυσπραγία  της εναγομένης σε καμία  περίπτωση δεν μπορεί να  δικαιολογήσει  απαίτησή της να εξακολουθούν οι  ενάγουσες-εργαζόμενες να παρέχουν την εργασία τους, χωρίς να πληρώνονται για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα»[10].

Επίσης, σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 15031/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης «η εναγομένη, η οποία διατηρεί τρεις ψυχιατρικές κλινικές στη Θεσσαλονίκη, διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, από την εκποίηση μέρους της οποίας μπορούσε, ήδη από το έτος 2009 που ήταν ευχερέστερη η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, να ικανοποιήσει τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, μέχρι την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης. Επιπλέον, το ότι η εναγομένη είχε να λαμβάνει οφειλόμενες δαπάνες νοσηλείας ύψους 6.000.000 ευρώ, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της ενάγουσας καταχρηστική, καθώς, ως εργοδότρια, όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων της για όσο χρόνο διαρκούσε η καθυστέρηση καταβολής προς αυτήν των δαπανών νοσηλείας από τα ασφαλιστικά ταμεία, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση δεν θα δύναται να επιτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει αναφορικά με τη φροντίδα των ασθενών της και χωρίς να παραβλέπει το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εργάζονται σκληρά, υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα χαμηλών, κυρίως, οικονομικών εισοδημάτων, έχοντες απόλυτη ανάγκη του μισθού τους ώστε να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ασθενείς. Η δε ενάγουσα, πριν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησε τα όρια της υπομονής της, αφού ανέμενε δεκατέσσερις μήνες χωρίς πληρωμή, ήταν, δε, γνωστή στην εναγομένη η δεινή οικονομική θέση στην οποία είχε περιέλθει, αφού η εργασία της ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού της, ενώ η εναγομένη δεν της κατέβαλε παρά μόνο ένα μισθό έναντι των οφειλομένων και αυτό λίγες μόλις ημέρες πριν από την άσκηση της επίσχεσης. Αντίθετα, η απαίτηση της εργοδότριας-εναγομένης να εξακολουθεί η εργαζομένη-ενάγουσα να παρέχει την εργασία της χωρίς να πληρώνεται, καλύπτοντας, με τον τρόπο αυτό, τις ανάγκες της σε εργατικό προσωπικό ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει τη δραστηριότητά της, επικαλούμενη τον κοινωνικό σκοπό της επιχείρησης λόγω της περίθαλψης ασθενών με ιδιαίτερες ανάγκες, υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως, η ασκηθείσα από την εναγομένη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας προς επίσχεση της εργασίας της, κρίνεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη»[11].

Τέλος, σύμφωνα με την ΑΠ 1153/2009, «συνεκτιμώντας όλες τις ως άνω ιδιαίτερες συνθήκες και δη ότι η εναγομένη επί πολλά έτη απασχολούσε τους αναιρεσείοντες καταβάλλοντας πάντοτε τις νόμιμες αποδοχές τους: α) η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του Νοεμβρίου (μέρους τους) και Δεκεμβρίου 2003 δεν ήταν χρονικά αξιόλογη, κατά το χρόνο ασκήσεως (30-1-2004) της επισχέσεως, β) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργοδότριας αλλά οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις και σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της, που δε της επέτρεψαν να είναι συνεπής στο σύνολο των υποχρεώσεών της προς τους εργαζόμενους (και τους αναιρεσείοντες) και γ) η επίσχεση χωρίς να περάσει εύλογος (ως εκ των ειδικότερων, ως άνω, περιστάσεων) χρόνος από την καθυστέρηση και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, προκάλεσε δυσανάλογη ζημιά στην τελευταία, σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθόσον μάλιστα διόγκωσε τα οικονομικά προβλήματα της αναιρεσίβλητης και καθυστέρησε ακόμη περισσότερο την πλήρη εξόφληση όλων εν γένει των ληξιπρόθεσμων (και όχι μόνο του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003) απαιτήσεων των αναιρεσειόντων όταν επιπλέον η αναιρεσίβλητη με συνεχείς (μετά τις 30-1-2004) δηλώσεις της τους καλούσε να εισπράξουν μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών και να προσέλθουν στην εργασία τους. Μετά απ’ αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η άσκηση της επισχέσεως εργασίας, ως προς τις ως άνω ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, είναι καταχρηστική… Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς ή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες»[12].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Κ. Δ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή – Νομολογία – Ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 626 επ., Στ. Γ. Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, Ατομική Σύμβαση – Σχέση Εργασίας, Ουσιαστικά και Δικονομικά Ζητήματα, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2012, σελ. 297 επ., Ι. Δ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 630 επ., Δ. Σιδέρη, Προστασία Μισθωτού από την Αφερεγγυότητα του Εργοδότη, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2005, σελ. 242 επ..

[2] Βλ. ΑΠ 1344/2014, ΑΠ 1303/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Πρβλ. ΕφΘεσσ 81/2003, Αρμ 2003, σελ. 369.

[4] Βλ. ΕφΑθ 1136/1999, ΕΕργΔ 2000, σελ. 179.

[5] ΕιρΑθ 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[6] ΑΠ 114/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΕφΠειρ 417/2014, ΕφΔωδ 173/2012, ΑΠ 1502/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1153/2009, ΔΕΕ 2011, σελ. 348, ΕφΑθ 1585/2005 ΔΕΕ 2006, σελ. 418, ΑΠ 1264/1986, ΝοΒ 1987, σελ. 915.

[7] ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 1153/2009, ΕφΑθ 1585/2005, ΕφΑθ 5385/1996, ΑΠ 197/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] ΕιρΑθ 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[9] ΕφΘεσσ 393/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[10] ΕφΠειρ 13/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] ΜονΠρΘεσσ 15031/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] ΑΠ 1153/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί